1.Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Also memory and wonder. A poet sails from Piraeus hoping for scenery and conversation, and finds a rich Indian Greek who only wants one listener for his verses. A comedy of vanity and misreading, told by a man who cannot stop narrating himself.
Ὁ γέλως τῆς Μάσιγγας ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀκοήν μου παραδόξως ἡδεῖαν ἐντύπωσιν. Ποτὲ δὲν ἤκουσα νεάνιδα γελῶσαν τόσον εὐήχως, τόσον ἁρμονικῶς. Ποτὲ δὲν ἐγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην ἔκφρασιν, τόσην ρητορικὴν ἀκρίβειαν καὶ ποικιλίαν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι γελῶμεν, ὡς κράζουσιν αἱ χῆνες, ἀμεταβλήτως σχεδὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἐν τῷ γέλωτι τῆς κόρης ἐκείνης ἠδύνασο νὰ διακρίνῃς ὄχι μόνον τὴν ἑκάστοτε αἰτίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς φάσεις τῆς θυμικῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἐξ ἧς προήρχετο, ὑφ’ ὧν συνωδεύετο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἐν αὐτῇ τὸ ἔργον τοῦ γελᾷν δὲν ἦτο ἀνατεθειμένον εἰς τὰ σαρκικὰ νεῦρα καὶ τὰς φυσιογνωμικὰς τοῦ σώματος κινήσεις, ἀλλ’ ἐξετελεῖτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους παρ’ αὐτῆς τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῶν χορδῶν μυστηριώδους ἁρμονικοῦ τινος ὀργάνου, τοῦθ’ ὅπερ ἔκαμνε τὸν γέλωτα τῆς παρθένου νὰ εἶναι ἐκφραστικώτερος, μουσικώτερος, ἀυλώτερος πάσης ἐνάρθρου φωνῆς καὶ λογικῆς γλώσσης. 
