BookFeed Ελληνικά

Books like Λαμπριάτικος Ψάλτης

If Λαμπριάτικος Ψάλτης stayed with you, these share its feel: faith, tenderness and wonder. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Λαμπριάτικος Ψάλτης · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  1. 1.Παραμονή Χριστουγέννων

    Αχιλλέας Παράσχος, 1878

    Also faith and tenderness. On Christmas Eve, Christ and Peter walk the waking world, looking for the one door that will still open. A late-Romantic Greek Christmas vision, tender and sly.

    Ἐταξειδέψαν σὲ πολλὰ τοῦ κόσμου ἀκόμη μέρη·ὅλη τὴ νύχτα Δάσκαλος καὶ Μαθητὴς γυρνοῦσεκαὶ τόσους πόνους τοῦ Χριστοῦ ἐγιάτρεψε τὸ χέρι!Καὶ στὴν Ἑλλάδα βρέθηκε ποὺ τόσο ἀγαποῦσε·γιατὶ μονάχα ὁ Σταυρὸς καὶ τὸ δικό της χέρι,αὐτὰ τὰ δύο ἐδείξανε τῆς Βηθλεέμ τ’ ἀστέρι!Εἰς τὴν Ἀθήνα ἔφθασε τὸ ἅγιο τὸ Ζευγάρι·τοῦ Παρθενῶνα ὁ Χριστὸς ἐκύτταξε τὴ χάρι,κ’ εἶπε στὸν Πέτρο, δείχνοντας ἀργὰ τὰ λείψανά του·- Ὁ οὐρανός μου μοναχὰ περνᾷ τὴν εὐμορφιά του·εἴχανε μοῖρα οἱ θεοὶ οἱ ψεύτικοι μεγάλη·ποιὰ ἐκκλησιά μας ἠμπορεῖ μπροστά του νὰ προβάλῃ;Ἄ! καὶ νὰ ἤμουνα ἐκεῖ ὁποῦ ἐθεωροῦσετὸν Παρθενῶνα καὶ γι’ αὐτὸν στὸν Πέτρο ὡμιλοῦσε.
  2. 2.Ποιήματα

    Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934

    Also tenderness and nature. A gentle Greek poet of birds, donkeys and old women at the spindle — short poems that notice small lives and say a quiet, unsentimental goodbye to them.

    Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
  3. 3.Ποιήματα

    Τέλλος Άγρας, 1940

    Also tenderness and nature. Poems of harbours, rainy neighbourhoods and unwalkable streets, written in the 1920s by a schoolteacher who loved other people's joy more than his own. Read them for their music: charted, warm, and quietly heartbroken. The poems stay close to small things — a bird on a broken branch, wet earth, a moon over a lane — and to an ear that never stops listening. Short, lyric, made for the afternoon. A fine doorway into a poet who is still not read as widely as he deserves. A window onto interwar Greece, with its poor neighbourhoods and songs. Poems of harbours and rainy neighbourhoods from a Greek poet who loved other people's joy more than his own. Read them aloud, and the rhyme does the work: charted, warm, and quietly heartbroken.

    Ήθελες κάτι να μου πειςκαι δεν σου το ρωτούσα,(Το καλοκαίρι είχε σωθείκαι τ’ άνθη που αγαπούσα).Ήθελες κάτι να μου πείςκαι τόχα λησμονήσει.(Τη ρίζα που καθόμαστε-θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει).(Είχε από τότε εντός μουσε φθινόπωρο γυρίσει).Μου είπες, α, ναι!- πως μ’ αγαπάς- μα τόχω λησμονήσει.
  4. 4.Η κερένια κούκλα

    Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, 1911

    Also melancholy and death. In turn-of-the-century Athens, desire and grief blur into landscapes, music and the changing seasons.

    Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . .
  5. 5.Το μόνον της ζωής του ταξείδιον

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also wonder and tenderness. A boy visits his grandfather, who claims to have travelled to the edge of the world. What emerges is a story about where we really go and why we stay.

    Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, ἐγὼ ἔκαμνα ταὶς ἑτοιμασίαις κ’ ἐκείνη πήγαινε στὸ ταξείδι! Ἔτσι στὸ Ραιδεστό· ἔτσι στὴν Συληβριά· ἔτσι στὴν Μήδεια· ἔτσι παντοῦ. Ἕνα ταξείδι, ψυχή μου, αὐτὸ τὸ μελετοῦσα στὰ κρυφά, τo φύλαγα γιὰ λόγου μου. Καιροὺς καὶ χρόνους ἑμάζευα τὰ «μαδιὰ» καὶ τὰ ἔκρυβα ὅπου κι’ ὅπως εἰμποροῦσα. Σὰν ἑμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, τὸ βάλλω μία μέρα στὸ «κέφι», καὶ φωνάζω τὴν γιαγιά σου — Ὅταν τὸ εἶχα στὸ κέφι δὲν τὴν ἐγιώρταζα πολὺ πολύ·— Τῆς λέγω λοιπόν, ψυχή μου, ἔτσι δὰ μ’ ἀπόφασι: -Χρουσῆ! Ἐβάλθηκα νὰ πάγω σὲ ταξείδι, κύτταξε μὴν εἶναι κανένα πράμμα ἑτοιμόγεννο, ἢ ἄρρωστο, ἢ χρειαζούμενο, καὶ κύτταξε μὴν ἔμβῃ κανένας «μουσαφίρης» στὸ σπίτι γιατί, διές, τοῦ σπάζω τὰ πόδια του! Καὶ ὁ παπποὺς ἔκαμεν ὡς ἐὰν ἐθαύμαζε τὸν ἑαυτόν του πῶς τὰ ἐκατάφερεν. Σὲ ἤθελα, εἶπεν εἶτα πρὸς ἐμέ, νὰ τὴν διης πῶς τὰ ἐχρειάσθηκε! Τσιμουδιὰ δὲν ἔβγαλε! Κ’ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα.
  6. 6.Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα

    Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922

    Also melancholy and death. The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.

    Κ’ ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ’ ἐκάπνιζε, κ’ ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ’ ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι’ ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι’ ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι’ ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ’ αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ’ ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη.
  7. 10.Συλλογή Αλαφροΐσκιωτος (1907)

    Άγγελος Σικελιανός, 1907

    Also nature and wonder. A young poet on Lefkada hears a voice on the mountain calling him to carry a promise into word and deed. Greek lyricism at full lung. Emblematic title: αλαφροΐσκιωτος = «ελαφρά σκιασμένος» — touched, shadow-lit. The text is scan-prone (verse, breathless voice). For Greek readers, a card by a poet who believed poetry could found a religion. It opens with a question about beauty and ends with a vision of Odysseus and Ajax. Some of the 40 samples are compelling, a few are very weak and uneditable. Tags: purely the book as a whole and Greek/English variants allowed but only if they truly reflect the content. Any modern English renderings have to be clearly translations, because the book is in Greek; but the actual feed will show the Greek passage. A good mix of cards should feel like this collection: the opening ecstatic question, a sea-bath, a thirst, the olive grove, the people, the descent into a folk mourning, a wedding dance, the spring charm, the mountain ascent, the 'other gods' closing line. I'll return all cards with Greek field text and english objects.

  8. 12.1823-1833

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also melancholy and death. The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.