BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ηρώων τέκνα»

Σελίδες από το «Ηρώων τέκνα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Ο ένας θεός πατιέται στη σκόνη, ο άλλος λάμπει ακόμη. Την τελευταία λέξη την έχει ο παλιότερος.

Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματολού με την πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξει τον υβριστή, ο διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να ησυχάσει. Έτσι είν’ ο κόσμος. Πάντα τέτοιος θα είναι ο κόσμος.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Κοιτάζει μια προσωπογραφία και ξεκινά πόλεμο μέσα του.

Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο λεβέντης αρματολός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του, με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ’ άρματα, πρόβαινε ανάμεσ’ από τις χρυσορόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι ακουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό απολυμένο στην κοκαλένια χούφτα πάλας αιματοβρεμένης· τα δασά στήθη έξω από την τραχηλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλικαριά και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυχος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ’ ουρανού στους εχτρούς της πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Του δίνουν μια νέα σημαία κι εκείνος ανακαλύπτει πως του αρέσει ο θόρυβος.

Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος αναγκάστηκε ν’ ακολουθήσει. Και λίγο λίγο, όσο άκουε γύρω του τις κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν ακούσει χωρίς φρίκη, τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελής χαράς και του κομματικού μίσους.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Η κοιμισμένη πλατεία γίνεται παζάρι ψήφων.

Και εκάθισαν απ’ έξω σ’ έναν καφενέ, αντίκρυ στο καπνοπωλείο. Κόσμος πολύς πηγαινορχότανε μπροστά τους. Πολύ σπάνια τ’ Αϊ-Σημιού ή του Λαζάρου, που γιορτάζεται η Έξοδος, φαίνεται κάποια κίνηση εκεί. Μα για να καταντήσει αληθινό πανηγύρι, πρέπει δυο σημαντικά πράματα να συμβούν. Ή να κατεβεί κανένας ντόπιος πολιτικός από την πρωτεύουσα ή να είναι παραμονές εκλογών. Τότε καταντά αγνώριστη η κοιμισμένη Πλατεία. Επιστήμονες, υπάλληλοι και στρατιωτικοί· γιβαράδες και καραβοκυραίοι· χοντρονοικοκυραίοι κι έμποροι· χωριάτες και γεωργοί και γύφτοι· δήμαρχοι και υποψήφιοι βουλευτές της επαρχίας, του Νομού όλου ανάκατα, ήταν τώρα εκεί και γλυκομιλούσαν και κρυφογελούσανε ίσοι προς ίσους όλοι, όπως σε κανένα εμπορικό πανηγύρι, όταν το κρασί ανάβει τα καύκαλα και το μεθύσι της κερδοσκοπίας παρασέρνει τη ντροπή και λύνει άκριτη τη γλώσσα. Και δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά πανηγύρι και παζάρεμα ψήφων. Ήθελαν όλοι να φαίνονται πως είναι κομματάρχες πως δίχως αυτούς τίποτα δε γίνεται.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Πώς ένας υπηρέτης έγινε ο άνθρωπος που κανονίζει τα πάντα.

Έκοψε όμως την κουβέντα του, γιατί ένιωσε κάποιον να του πιάνει το χέρι. Γύρισε απότομα πίσω κι είδε με απορία του τον Κώστα Ζάγαρδο ή Τριζώνη. Ήταν αυτός από μικρό παιδί υπερέτης στο σπίτι του κυρ-Αλέξαντρου, του αρχηγού της Τηραημόλας. Νέος έξυπνος, δραστήριος, θαρρετός με τον καιρό είχε καταντήσει από υπερέτης αντιπρόσωπος του γέροντα στην επαρχία και ψυχή στο κόμμα. Αυτός ερχόταν σε συνεννόηση με τις Αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές· αυτός ανακοίνωνε στους κομματάρχες τα θελήματα του αρχηγού και τις οδηγίες· αυτός έβγαζε δικαστικές απόφασες· αυτός στρατιωτικές άδειες· αυτός μετάθεσες και πάψες. Συντύχαινε με τον πολύ κόσμο, άκουε παράπονα κι έδινε ελπίδες είτε πραγματοποιούσε όνειρα. Όλης της επαρχίας εκείνης και πολλές φορές του νομού τη χιλιοπρόσωπη κομματική υπηρεσία περιπλεγμένη την είχε ο Τριζώνης στα δάχτυλά του και σαν τηλεγραφική μηχανή διατηρούσε φαύλη συγκοινωνία, στέλνοντας στην Πρωτεύουσα ανήθικες απαίτησες των φίλων και παίρνοντας αποκεί ανηθικότερες υπόσχεσες.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Πριν βγει να μαζέψει ψήφους, βάζει μια προσωπογραφία στο παράθυρό του.

Σήμερα όμως ούτε ψάρεμα, ούτε καφενέ, ούτε καπνό, ούτε την αλυκή συλλογίστηκε. Πλάκωναν βουλευτικές εκλογές κι όχι τέσσερα μα δεκατέσσερα επαγγέλματα να είχε, θα τ’ άφηνε για το κόμμα του ο αγαθός Μεσολογγίτης. Μόλις ξύπνησε την αυγή, ετοιμάστηκε να έβγει στην Πλατεία να φροντίσει για ψήφους. Είχε κι αυτός τους φίλους του· κερνούσε τόσον κόσμο και δεν ήταν δύσκολο να παρασύρει δυο τρεις - αν όχι δέκα είκοσι - στο σύστημά του. Πριν όμως έβγει, ηθέλησε και το άφωνο σπιτάκι του - σπιτάκι χαμηλό, ισόγειο, με δυο γαλαζοβαμμένα παράθυρα και πόρτα πρασινοβαμμένη ανάμεσα και τοίχον κάτασπρο, με γλάστρες βασιλικού στα κεραμίδια και νερά σάπια εις την αυλή - να φανερώσει το αίσθημά του. Ο καφενές ήταν σε απόκεντρη θέση, σχεδόν ασύχναστη τέτοιες ήμερες και δεν μπορούσε να τον μεταχειριστεί.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Δύο προσωπογραφίες, μια πλατεία κι ολόκληρη η χώρα να μαλώνει.

Ήταν φτασμένοι τώρα στην Πλατεία και στην πόρτα ενός καπνοπωλείου είδαν το εκλογικό σημάδι άλλου κόμματος. Μέσα σε στεφάνι από κλωνάρια ελιάς, στολισμένο με φιογκάκια και κορδέλες κόκκινες, ήταν άλλη ζωγραφιά. Μαύρη καλοκουμπωμένη ρεδιγκότα και φουσκωτός κατάμαυρος λαιμοδέτης και ψηλά κάτασπρα κολάρα, στηρίζανε κεφάλι χοντρό κι ολοστρόγγυλο. Λίγα ψαρά μαλλιά και πλατύ καμαρωτό μέτωπο, έδειχναν του απέραντου νου στενά και καλογραμμένα τα σύνορα. Η μύτη βαθιά χαραγμένη στον ίσκιο, κατέβαινε χοντρή από το μεσόφρυδο στο απάνω χείλο, το στολισμένο με κοντά μουστάκια κατάργυρα. Ζερβόδεξα τα μηλομάγουλα καλοξουρισμένα, με το προγούλι κάτω ξεχειλισμένο από λαχταριστή σάρκα κι απάνω τα φρύδια χαμηλότοξα και τα μάτια ημερωμένα, έχυναν στο σύνολο ασκητού γαλήνη κι απλότη φιλοσοφική. Της ελιάς τα χαλκοπράσινα φυλλαράκια και τ’ άνθη, με την κόκκινη κορδέλα περιπλεγμένα, θυμίζανε το αίμα, που χύθηκε στη γη, για να βλαστοβολήσει το καρπερό εκείνο δέντρο της ειρήνης.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Κάποιοι λογομαχούν ακόμη με τους νεκρούς, γιατί δεν μπορούν να απαντήσουν.

Τώρα στη συνείδηση των δυο φίλων κανένα δεν εύρισκεν έλεος ο σοφός διπλωμάτης. Όλες τις καταστροφές, τ’ ατυχήματα όσα υπόφερεν ο τόπος τους κατά τον πικρόν αγώνα, η μισητή εκείνη και απάνθρωπη ψυχή τα είχε φέρει όλα. Δεν ελογάριαζαν πως ήταν νεκρός, πως ανήκει σε περασμένη γενεά, πως είχε γίνει σκόνη μέσα στον τάφον του. Επίστευαν πως τον είχαν μπροστά τους, πως τον έβλεπαν σύψυχον, πως τους άκουε κι ήθελαν να τον πικράνουν, να τον βασανίσουν, να τον ιδούν να κλάψει για να χαροκοπήσουν.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Δύο άντρες που έχουν αποτύχει σε όλα αγριεύουν μπροστά σε μια αφίσα.

Ήταν δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας ή Τσιρίμπασης. Ο πρώτος ψηλός και ξερακιανός σαν καψαλισμένος ξέρακας, ήταν άλλοτε επιστάτης φάρου σε μιαν απόκρυφη ακρογιαλιά. Μα βρέθηκε καταχραστής υλικού του δημοσίου και παύτηκε από τον αρχηγό της Τηραημόλας. Ο δεύτερος κοντός κι ολοστρόγγυλος, από χρόνια ήτανε νοικιαστής ενός γιβαριού, χωρίς ποτέ να πληρώνει στο Δημόσιο και τέλος εκηρύχτηκε αφερέγγυος. Και οι δυο είχαν σκοπό να πολεμήσουν με λύσσα το κόμμα, που τους έβλαψε. Διαβάτες τώρα, είδαν τη ζωγραφιά κι ενθουσιάστηκαν με την ηρωική κορμοστασιά που είχε το λάβαρό τους. Τα πρόσωπα έλαμψαν από αγαλλίαση και τα κορμιά τους γαρδαμώθηκαν, σαν δέντρ’ ανοιξιάτικα που τα βιάζει στο ψήλωμα και το χόντρος ο αψύς χυμός που κουφοδρομεί μέσα τους.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Πώς ένας ήρωας γίνεται προδότης, μια κατηγορία τη φορά.

Ο Κοψαχείλης κι ο Τσιρίμπασης εξακολουθούσαν ν’ αναθεματίζουν τη ζωγραφιά που έστεκε αντίκρυ τους σκεπτική, λες και ταλάνιζε τη μοίρα των απογόνων. Με το ίδιο ξάναμμα που παίνευαν πριν τον αρματολό κατηγορούσαν τώρα το διπλωμάτη. Έλεγαν πως για ν’ αναγνωριστεί στον τόπο του αρχηγός, έφερε τους Σουλιώτες κι έδερναν τον κόσμο κι έγδυναν τα σπίτια και σκότωναν τους νοικοκυραίους. Τον ύβριζαν πως με πλαστά γράμματα ραδιούργησε τους ντόπιους καπεταναίους στα παλικάρια τους· πως ερέθιζε το λαό με τους άρχοντες, χαραχτηρίζοντάς τους προδότες. Έλεγαν πως αυτός στ’ Ανάπλι εμπόδιζε να στέλνουν τροφές στην πολιορκημένη πόλη κι έγινε αιτία της φριχτής πείνας· πως πρόδωσε στους Τούρκους τη νύχτα της Εξόδου και συμβούλεψε τη θέση για να στήσουν τον Κάη, το κανόνι που τόσους σάρωσε διαλεχτούς στην πρώτη ορμή. Αυτός έγινε αιτία να πελεκηθεί το σώμα του Μακρή από τους Αρβανίτες στ’ Αμπέλια του Ριζικότσικα.
— Ηρώων τέκνα, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1911)

Ηρώων τέκνα

Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911

Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.