1.Τα Δαιμόνια στο ρέμα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903
Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και φόβος. Ένα παιδί παρασύρεται από μια αφηνιασμένη φοράδα κι ύστερα χάνεται σ’ ένα ρέμα γεμάτο στοιχειά. Ο Παπαδιαμάντης στα πιο συναρπαστικά και τρυφερά του.
Μ’ εκάλεσεν ονομαστί, και είπε: ― Πώς ήλθες εδώ, τέκνον; ― Έχασα το δρόμο, απήντησα εγώ. Ο γέρων έσεισε την κεφαλήν. ― Έτσι χάνουν τον δρόμον τους, είπεν, όσοι δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν. Μήπως σ’ έστειλαν πουθενά εις υπηρεσίαν και λέγεις έχασα τον δρόμον; Διατί δεν έκαμες υπακοήν; Δεν σου είπεν ο πατήρ σου ότι έπρεπε να μείνης εκεί μέχρι τέλους της λειτουργίας; Διατί έφυγες; Δεν ήξευρα τι να του πω. Δεν μου ήρχετο μάλιστα να τον ερωτήσω πώς το ηξεύρει. ― Και δεν σου έφθανεν ο κίνδυνος που έτρεξες να σε σκοτώση η φοράδα, σήμερον το πρωί; Δεν έπρεπεν να σωφρονισθής; ― Α! ήσουν αντίκρυ και μ’ έβλεπες; είπα εγώ, μη γνωρίζων τι άλλο να είπω. ― Ημείς τα βλέπομεν, είπε παραδόξως εκείνος. Εγώ είμαι ο Χαιρήμων μοναχός, διά τον οποίον σού διηγείτο προχθές ο πατήρ σου. Δεν εσκεπτόμην τίποτε. 





