Κυνηγόσκυλο
Ντον Ντελίλο, 1973
Ένας κυνηγός θανάτων στη σκουριασμένη Νέα Υόρκη, η γλώσσα της δεκαετίας του ’60 και το βιβλίο που έδωσε το όνομά του στο ροκ εν ρολ. Ένας έρημος δρόμος, μια γυναίκα στα κόκκινα, μια φωτιά που καίει μόνη. Με μια ανήσυχη, λυρική φωνή, το μυθιστόρημα κινείται αργά σε μια σκουριασμένη Νέα Υόρκη, ανάμεσα στη μνήμη, την τέχνη και τον θάνατο.
Ατμόσφαιρα: περιέργεια και ανησυχία. Μιλά για τη μνήμη, τον θάνατο και την τέχνη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι υπόγειες όψεις μιας πόλης και οι ιστορίες που αφήνουν ερωτήματα να αιωρούνται. Η γλώσσα και ο αργός ρυθμός του ίσως δεν ταιριάξουν αν προτιμάς μια ιστορία που εξηγεί γρήγορα τι συμβαίνει.
Γιατί να το διαβάσεις
Η «Κυνηγόσκυλο» σού δίνει μια αλλόκοτη ματιά στη δεκαετία του ’60 και στις φθορές μιας εποχής, μέσα από δρόμους, εικόνες και μνήμες που επιμένουν.
Μια σελίδα από το βιβλίο
Δεν περιμένουν όλοι σε έναν έρημο δρόμο να τους δεις.
ΔΕν θα βρΕΙσ συνηθισμένους ἀνθρώπους ἐδῶ. Πόσο μᾶλλον μετὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, σὲ αὐτοὺς τοὺς δρόμους, κάτω ἀπὸ τὰ πανάρχαια ὑπόστεγα τῶν ἀποθηκῶν. Τὸ ξέρεις αὐτὸ ϕυσικά. Κι ἂν μή τι ἄλλο, γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶσαι ἐδῶ. ῾ Ο ἀέρας ἔρχεται σὲ ριπὲς ἀπὸ τὸ ποτάμι, σηκώνοντας σκόνη ἀπὸ τὰ κατεδαϕισμένα κτίρια. Κοντὰ στὶς προβλῆτες, οἱ ἄστεγοι ἀνάβουν ϕωτιὲς μέσα σὲ σκουριασμένα βαρέλια πετρελαίου. Τοὺς βλέπεις μαζεμένους ἐκεῖ, ντυμένους μὲ ὅ,τι παλτὸ ἢ πεταμένο πουλόβερ εἶχαν καταϕέρει νὰ βροῦν, σὲ ὅποιον πιθανὸ συνδυασμό. Ντον Ντελίλο.Ο τίτλος έδωσε στο ροκ εν ρολ τη φράση «great balls of fire»· το πρώτο μυθιστόρημα του ΝτεΛίλο, που αρχικά λεγόταν Americans, δεν κέρδισε κανένα βραβείο και πούλησε ελάχιστα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Κυνηγόσκυλο»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι υπόγειες όψεις μιας πόλης και οι ιστορίες που αφήνουν ερωτήματα να αιωρούνται. Η γλώσσα και ο αργός ρυθμός του ίσως δεν ταιριάξουν αν προτιμάς μια ιστορία που εξηγεί γρήγορα τι συμβαίνει.
- Πώς είναι το «Κυνηγόσκυλο»;
- Με μια ανήσυχη, λυρική φωνή, το μυθιστόρημα κινείται αργά σε μια σκουριασμένη Νέα Υόρκη, ανάμεσα στη μνήμη, την τέχνη και τον θάνατο. Ατμόσφαιρα: περιέργεια και ανησυχία. Μιλά για τη μνήμη, τον θάνατο και την τέχνη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Κυνηγόσκυλο»;
- Αν σου άρεσε το «Κυνηγόσκυλο», δοκίμασε «Το τελευταίο σπίτι της οδού Νίντλες» (Catriona Ward), «Παιχνιδότοπος» (Richard Powers) και «Και δεν έμεινε κανένας» (Αγκάθα Κρίστι).
Μια γεύση από τη ροή
Κάθε επέτειο, η ίδια φωτογραφία και μια μικρή ευχή που κανείς δεν εκπληρώνει.
Όταν βλέπω το πρωτοσέλιδο, το στομάχι μου σφίγγεται. Να την. Είχα ξεχάσει πως η επέτειος είναι σήμερα. Δεν τα πάω τόσο καλά με τον χρόνο. Πάντα χρησιμοποιούν την ίδια φωτογραφία. Τα μάτια της είναι μεγάλα κάτω από το γείσο του καπέλου της, τα δάχτυλά της σφίγγουν το ξυλάκι, λες και φοβάται μην της το πάρουν. Τα μαλλιά της είναι υγρά και γυαλιστερά, κομμένα αγορίστικα. Κολυμπούσε, αλλά κανείς δεν την τυλίγει σε μια χνουδωτή πετσέτα για να τη στεγνώσει. Δεν μου αρέσει αυτό. Μπορεί να κρυώσει. Δεν δημοσιεύουν την άλλη φωτογραφία, τη δική μου. Μπήκαν σε μεγάλες φασαρίες μ’ αυτή. Αν και όχι τόσο μεγάλες, αν θέλετε τη γνώμη μου. Ήταν έξι χρονών.
Το τελευταίο σπίτι της οδού Νίντλες · Catriona Ward
Δύο βάρκες πλάι πλάι, κι από τη μία έχουν σβήσει τη μηχανή.
Τὰ πλοῖα εἶχαν ἔρθει πλάι πλάι καὶ τὸ ἕνα εἶχε σβήσει τὴ μηχανή του. Οἱ διασῶστες ϕοροῦσαν ἱστιοπλοϊκὰ κασκέτα κι ἔκαναν τὴ δουλειά τους μὲ μεγάλη σοβαρότητα. Καθὼς ὁ ψαρὰς περνοῦσε ἀπὸ κοντά τους, ἐκεῖνοι ἔβγαζαν ἀπὸ τὸ νερὸ ἕναν νεκρὸ ἄντρα. ῏ηταν πολὺ ἄκαμπτος καὶ ἔμοιαζε μὲ κούκλα βιτρίνας, μόνο ποὺ εἶχε πρόσωπο. Τὸ πρόσωπο ἔμοιαζε μαλακὸ καὶ πρησμένο, καὶ εἶχε ἕναν γάντζο στὸ πλάι καὶ ἕνα παραϕρονημένο χαμόγελο. ῎Ετσι τὸν ἔβγαλαν, μὲ τὸ τσιγκέλι περασμένο μέσα ἀπὸ τὰ ζυγωματικά του. Μιὰ ὠχρὴ ἀναίμακτη πληγή. Φαινόταν σὰν νὰ διαμαρτύρεται ξύλινα, μὲ στραβὸ κεϕάλι.
Παιχνιδότοπος · Richard Powers
Το πένθος για τους νεκρούς κρατά λίγο· για τους ζωντανούς, χρόνια.
Ἡ λύπη, ἢν αἰσθανόμεθα διὰ τὴν στέρησιν φιλτάτου ὄντος, ὁμοιάζει τὴν ἐκρίζωσιν ὀδόντος· σφοδρὸς ὁ πόνος, ἀλλὰ στιγμιαῖος. Μόνοι οἱ ζῶντες προξενούσιν ἡμῖν διαρκεῖς λύπας. Τὶς πότε ἔχυσε ἐπὶ τοῦ τάφου ἐρωμένης τὸ ἥμισυ, τὸ ἑκατοστόν, τὸ χιλιοστὸν τῶν δακρύων, ἀφ’ ὅσα διὰ τὴν κακίαν τῆς ἔχυνε καθ’ ἡμέραν; Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέκλαυσεν ἡ Ἰωάννα, ἔκυψεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ἵνα δροσίσῃ τοὺς καίοντας ὀφθαλμούς. Πρώτην τότε φορὰν ἐνέβλεψε μετὰ προσοχῆς εἰς τὴν ἐν τῷ ὕδατι εἰκόνα αὐτῆς, τοῦ μόνου εἰς τὸν κόσμον πλάσματος, ὅπερ τῇ ἀπέμεινεν ν’ ἀγάπᾳ.
Η Πάπισσα Ιωάννα · Εμμανουήλ Ροΐδης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή