Το τρίτο στεφάνι
Costas Taktsis, 1962
Literary fiction Historical fictionContemporary fiction
Two women narrate their lives across a changing Greece, mixing family quarrels, private longing and the pressures of history.
Feels like defiance, humor and unease. About family, society and identity.
A page from the book
A family complaint turns into a startling confession.
Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν’ αυτή που μου ’στειλες, θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θα ’μαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι, να βλέπω τη μούρη της, ν’ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν’ απαλλαγώ απ’ αυτό το έκτρωμα της φύσεως, που μ’ άφησε ο πατέρας της για να μ’ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ’ άφησαν να κάνω την έκτρωση!… Costas Taktsis.Taktsis wrote the novel in two distinct first-person voices, giving its family histories the force of spoken confession.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- What is Το τρίτο στεφάνι like?
- Feels like defiance, humor and unease. About family, society and identity.
- What should I read after Το τρίτο στεφάνι?
- If you liked Το τρίτο στεφάνι, try Τυφλά ψάρια (Δημήτρης Σίμος), Ο μυστηριώδης επισκέπτης (Nita Prose) and Ελένη Δαρζέντα (Λένα Μαντά).
A taste of the feed
One word shifts a tender memory into a boundary.
Ντύθηκα με κοφτές κινήσεις, φροντίζοντας να σιγουρευτεί για την ενόχλησή μου. «Τα κάναμε σκατά χθες, το ξέρεις;» «Εγώ δεν είδα να λερώνουμε». «Μιλάω σοβαρά. Ξέρεις πως αυτό που έγινε…» «Ήταν όμορφα…» τη διέκοψα. Ένιωσα τα πρώτα σφιξίματα στην καρδιά. Ήταν η εμπειρία του μπάτσου που με προειδοποιού σε για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει στην επόμενη πρόταση. «Ήταν» είπε σαν να μου έκανε χάρη που το παραδεχόταν, «αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να ξαναγίνει». Γαμώ την μπατσο-εμπειρία μου. « Σπίτι σου εννοείς;» ρώτησα, προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο και ένα χαμόγελό της. Μηδέν και στα δύο. «Γενικά, εννοώ». Κοίταξε πίσω της σαν να φοβόταν μην την ακούσει κανείς και συνέχισε ψιθυριστά.
Τυφλά ψάρια · Δημήτρης Σίμος
The dignity of work is harder to dismiss when its worker speaks back.
Σκέφτεστε ότι η δουλειά μου είναι ταπεινή, ότι της αρμόζει περισσότερο η ντροπή παρά η υπερηφάνεια. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να σας υποδείξω τι να σκέφτεστε, αλλά ΚΤΤΜΓ (κατά την ταπεινή μου γνώμη), είστε φουλ λάθος. Με συγχωρείτε. Ήμουν λίγο απότομη. Όσο ζούσε η γιαγιά, με συμβούλευε να προσέχω τον τόνο μου και με νουθετούσε όταν πιθανόν προσέβαλλα τους άλλους. Θα σας πω κάτι ενδιαφέρον: Παρόλο που η γιαγιά είναι νεκρή, εγώ συνεχίζω να ακούω τη φωνή της στο κεφάλι μου. Δεν είναι ενδιαφέρον πώς ένας άνθρωπος μπορεί να παραμένει το ίδιο παρών μετά θάνατον όσο και όταν ζούσε; Είναι κάτι που συλλογίζομαι συχνά τον τελευταίο καιρό. Να φέρεσαι στους άλλους όπως θέλεις να σου φέρονται.
Ο μυστηριώδης επισκέπτης · Nita Prose
What does it cost to look unshaken when nobody is watching?
Δεν πίστευε στις ευχές η Ελένη Δαρζέντα. Στη ζωή της ό,τι κι αν ευχήθηκε δεν ευοδώθηκε. Πάλεψε με θεούς και δαίμονες για να καταφέρει ό,τι έφτιαξε, χρειάστηκε να ματώσει τα χείλη της, τόσες φορές που τα δάγκωσε γεμάτη απελπισία, και τις κραυγές της απόγνωσης τις έπνιγε πάντα σ’ ένα μαξιλάρι τα βράδια, στο κρεβάτι της, γιατί μόνο εκεί άφηνε το προσωπείο να πέσει. Εκείνη τη μάσκα που δεν επέτρεπε σε κανέναν να αντιληφθεί συναίσθημα, σκέψη, προσδοκία ή αποτυχία της.
Ελένη Δαρζέντα · Λένα Μαντά
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed

