Όνειρο στο κύμα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1887
A young goatherd, a moonlit swimmer and one animal's bell: Papadiamantis's short story about a desire watched from a rock and a rescue that costs more than it seems. A hushed, salt-air tale of watching and longing, told in slow, ornate nineteenth-century Greek prose that lingers on rocks, water and one bell.
Who it’s for
You may like it if you enjoy quiet coastal settings, unsettled desire and nineteenth-century storytelling that rewards patience. The Greek is old-fashioned and syntactically dense, so it may be slow going if you are not used to Papadiamantis's era.
Why read it
Read it for the coastal light and the uneasy pull of a desire observed from a distance, in a story that makes a small rescue carry real weight.
Pages from the book
The sea at dusk, described as if it were a baby learning to dance.
Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν’ “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ’ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. A body in the water at night, seen as a myth rather than a person.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων... What a short leash teaches you about your own ambitions.
Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Papadiamantis spent most of his life in a cramped room in Athens, writing saints' lives and stories for a few drachmas while translating foreign novels to survive. He was known as the 'saint of Greek letters.'
Books that feel like this
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Sailors, sponge-divers and captains tell of the sea's justice, its monsters and its dead, in stories that turn folk belief into salt-stung literature.
Διηγήματα
Παύλος Νιρβάνας, 1930
Stories of insulted lovers, wounded sparrows and houses that outlive their owners, written by a doctor who watched people closely and forgave them laughing.
Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.
Η τιμή και το χρήμα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914
Rini must choose between the man she loves and the three hundred talers he cannot afford, in a poor suburb where the sea is close and every choice has a price.
Θάνατος Παλληκαριού
Κωστής Παλαμάς, 1904
A young sailor in a seaside village is admired for his courage and beauty; one injury puts both to the test.
Ποιήματα
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934
A gentle Greek poet of birds, donkeys and old women at the spindle — short poems that notice small lives and say a quiet, unsentimental goodbye to them.
More by Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος Ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
A priest waits for a helper on Easter night in a crumbling chapel above the sea, while a stranded elder takes the wrong path in the moonlight.
Θέρος-Ἔρος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Spring and hunger, maidens and wolves, on a Greek island where the fields blaze with poppies and a gypsy girl reads a letter three times.
Στο Χριστό στο Κάστρο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
A priest vows to hold Christmas liturgy in a ruined cliff-top church. To keep it, he must cross a winter sea with his parish.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Όνειρο στο κύμα for me?
- You may like it if you enjoy quiet coastal settings, unsettled desire and nineteenth-century storytelling that rewards patience. The Greek is old-fashioned and syntactically dense, so it may be slow going if you are not used to Papadiamantis's era.
- What is Όνειρο στο κύμα like?
- A hushed, salt-air tale of watching and longing, told in slow, ornate nineteenth-century Greek prose that lingers on rocks, water and one bell.
- What should I read after Όνειρο στο κύμα?
- If you liked Όνειρο στο κύμα, try Λόγια της Πλώρης (Ανδρέας Καρκαβίτσας), Διηγήματα (Παύλος Νιρβάνας) and Το αμάρτημα της μητρός μου (Γεώργιος Βιζυηνός).
A taste of the feed
A man watches the sea swell while he imagines another man touching the woman he loves.
Κι ωστόσο ο Αντρέας εσυλλογιότουν: «Τι, ένας άλλος, χειρότερος του του την έπαιρνε την κορασιά που αυτός αγαπούσε και που θα τον ευτύχιζε; Ω πόσο του τάραζε αυτή η ιδέα όλα τα σπλάχνα, πόσο τού ’σφιγγε την καρδιά που δυνατά του χτυπούσε στα στήθη!» Κι ο αγέρας εσφύριζε τώρα ανάμεσα στα σκοινιά και στ’ άλμπουρα, και η θάλασσα όλο αγρίευε, σα να ανταριαζόνταν και τα στοιχεία από τη θλίψη του. «Η Ρήνη θα επήγαινε σ’ άλλα χέρια, άλλος θα εμάλαζε το παρθενικό κορμί της, άλλος θα την είχε γυναίκα του, γιατί αυτός ο ίδιος δεν είχε τα χρήματα να ξαγοράσει το πατρικό του το σπίτι και γιατί η κυρά Επιστήμη δεν επειθότουν να δώσει τα περσότερα που του εχρειαζόνταν.»
Η τιμή και το χρήμα · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
A prayer that asks for nothing, not even to live again.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου. Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι. Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη. Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω. Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω. Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα. Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα. Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει. Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει. Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι. Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ. Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω. Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Ποιήματα · Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed

