Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
Γεώργιος Βιζυηνός (1849–1896), 1883
A student arrives at a German mining town to visit a brilliant friend, and finds a mind coming quietly apart. A haunting study of love, guilt, and the stories we inherit. A slow, lyrical unease gathers around memory and love as a bright mind frays; the voice is earnest, old-fashioned, and close to dread.
Feels like melancholy, dread and tenderness. About memory, madness and love.
Who it’s for
You may like it if you enjoy nineteenth-century Greek prose, psychological portraits, and stories where love and memory carry a quiet threat. The Greek is polytonic and old-fashioned, with long, emotional sentences that can slow the reading.
Why read it
It gives a compact, unsettling look at how a mind and a heart can lose their footing, and at the stories that shape guilt.
Pages from the book
He spent his heart's whole fortune on someone unworthy — and knew it.
Ὤ, διατί ἐστάθην τόσον τρελλός, τόσον ἀνόητος! Διατί ν’ ἀσωτεύσω καὶ ἐξευτελίσω τοὺς θησαυροὺς τῆς νεαρᾶς καρδίας μου; Τί καρδία! Τόσον εὐαίσθητος! Τόσον πλουσία! Ἀλλὰ καὶ τόσον ἄπειρος, τόσον ἀπρονόητος! Δὲν διεχειρίσθη περιεσκεμμένως τὴν δαψίλειαν τῶν αἰσθημάτων, δι’ ὧν ὁ Θεὸς τὴν ἐπροίκισεν! Ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἐν αὐτῇ ἀγάπης τὴν ἐπίεζεν, ἡ πλημμύρα τὴν ἐστενοχώρει! Εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐκχειλίσῃ, νὰ ἐλαφρυνθῇ. Καὶ ὅταν προῆλθεν ἐνώπιον τῆς ἡ πρόστυχος ἐκείνη κόρη, δὲν ἠρώτησε, δὲν ἐσκέφθη νὰ κάμῃ οἰκονομίαν. Οἰκονομίαν! Καὶ ἦτο δυνατόν; Ἐπίστευεν ὅτι ἠγαπᾶτο. Ὅσῳ περισσότερα ἔδιδε, τόσα περισσότερα θὰ ἐλάμβανεν. Καὶ μετήγγισα λοιπὸν ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῶν αἰσθημάτων εἰς τὴν εὐτελῆ της καρδίαν, εἰς τὸ ἀνάξιον, τὸ ῥυπαρὸν ἐκεῖνο σκεῦος, διὰ νὰ λάβω... ἀτιμίαν, ἐξουθένωσιν. Ἐθεοποίησα τὴν ταπείνωσιν, ἐλάτρευσα τὴν ἀσχημίαν! Τώρα τί ὑψηλὸν νὰ σκεφθῶ πλέον διὰ τὴν Κλάραν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξηυτέλισα προσκεφθεὶς δι’ ἐκείνην; Τί ὡραῖον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προησχημίσθη συγχρωτισθὲν μετ’ ἐκείνης; Even the landscape goes into mourning on the road to the funeral.
Τρεῖς ἡμέρας μετὰ ταῦτα, τὸ ἑσπερινὸν λεωφορεῖον ἐξήρχετο τῆς Κλάουσθαλ βαρὺ καὶ ἀργοπόρον. Περισσότεροι τῶν ὑπερπληρούντων αὐτὸ ἐπιβατῶν ἦσαν ἐκ τῶν κύκλωθεν ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων, ὅπως παραστῶσιν εἰς τὴν δημοτελῆ κηδείαν τῶν θυμάτων τῆς ἀποφράδος ἐκείνης. Συμπεπτωκότες καὶ κατηφεῖς, ἐτηροῦμεν ἐν τῷ ὀχήματι βαθεῖαν, θλιβερωτάτην σιγήν. Ὅταν ἀνήλθομεν τὴν πρὸς τὸ δάσος ἀνωφέρειαν, ὁ ταχυδρόμος δὲν ἐσάλπισε τὸ σύνηθες ἀποχαιρετιστικὸν αὐτοῦ σάλπισμα. Ὁ ἥλιος δὲν εἶχεν ἔτι δύσει, ἀλλὰ μετὰ τὸν σφοδρὸν ἄνεμον τῆς ἡμέρας, ὁ οὐρανὸς ἐπαπείλει μίαν ἀπὸ τὰς βροχερωτάτας ἐπὶ τοῦ Χάρτς νύκτας. Ζοφερὰ νέφη ἐκάλυπτον ἀκίνητα ὅλην αὐτοῦ τὴν ἐπιφάνειαν. Τὰ τελευταῖα πτηνὰ ἐπέτων ὡς βέλη σιγηλά, ὅπως κρυβῶσιν εἰς τὸ νυκτερινὸν αὐτῶν καταφύγιον. Τὰ ὑψιτενῆ καὶ μελανὰ σώματα τῶν πευκῶν καὶ τῶν πιτύων, διεκρίνοντο ἐν τῇ ὁμιχλώδει ἀποστάσει ἀκίνητα καὶ μελανά, ὡς σκιαὶ πενθοφόρων. Ἐπεκράτει ἡ συνήθης πρὸ τῶν καλοκαιρινὼν ὄμβρων πληκτικὴ νηνεμία. Θὰ ἔλεγες ὅτι καὶ ἡ ἄψυχος Φύσις ἐπένθει μεθ’ ἡμῶν. Two students order their first beer — and neither can say what they think.
Μετ’ ὀλίγον, ὁ ὑπηρέτης παρέθηκεν ἐνώπιόν μας δύο ποτήρια ζύθου. Ἐπὶ πολλὴν ὥραν τὰ ἐθεώμεθα σιγηλοὶ καὶ λίαν συγκεκινημένοι. Τέλος ἐκάμαμεν τόκα καὶ τὰ ἐγγίσαμεν εἰς τὰ χείλη μας. Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Πασχάλη, εὐρυνθέντες ἔξαφνα, ἀντήλλαξαν, ὡς ἐξ ὀρμεμφύτου, μετὰ τῶν ἐμῶν, βλακῶδες, διαπορητικὸν βλέμμα. Παράδοξος μορφασμὸς ἀπροσδοκήτου ἀπογοητεύσεως συνωφρύωσε τὸ πρόσωπόν του, μορφασμὸς ὅστις ἐφαίνετο μᾶλλον ἀντανάκλασις πιστὴ τῶν συστολῶν καὶ διαστολῶν τοῦ ἐδικοῦ μου προσώπου. Τὸ χλιαρὸν καὶ κιτρινωπὸν ἐκεῖνο ποτὸν ἐνέπνευσεν εἰς τὰ γευστικὰ ἡμῶν νεῦρα ἰσχυρὰς ὑποψίας ὡς πρὸς τὴν καθ’ αὐτὸ καταγωγήν του. Ἀλλ’ ἡ συγκίνησίς μας ἦτο μεγάλη, καὶ κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐξέφρασε τί ἐσκέπτετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην˙ ἀλλὰ θέσαντες τὰ ποτήρια πρὸ ἡμῶν, ἐβλέπομεν αὐτὰ πολλὴν ὥραν μετὰ σιγηλῆς ἐπιφυλάξεως καὶ δυσπιστίας. Ὅτε αἴφνης ἐγερθεὶς ὁ Πασχάλης λίαν τεταραγμένος, ἥρπασε τὸν πίλον του, κ’ ἔδωκεν εἰς ἐμὲ τὸν ἐδικόν μου. Τὸν ἔλαβον, ἐγερθεὶς κ’ ἐγὼ μηχανικῶς. Γεώργιος Βιζυηνός.Vizyinos, a Thracian Greek, studied philosophy and psychology in Göttingen and Leipzig; his fiction is among the first Greek prose to map the mind's darker weathers.
Books that feel like this
More by Γεώργιος Βιζυηνός
Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
A curious traveller meets an Ottoman soldier in a Thracian meadow who describes himself as the Moscow-Selim — a man who fought Russians, loved one, and borrowed a life he could not keep.
Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A mother keeps a door open for a son who never comes home; years later a murder in a Thracian village asks who among the living owes the dead a reckoning.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας for me?
- You may like it if you enjoy nineteenth-century Greek prose, psychological portraits, and stories where love and memory carry a quiet threat. The Greek is polytonic and old-fashioned, with long, emotional sentences that can slow the reading.
- What is Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας like?
- A slow, lyrical unease gathers around memory and love as a bright mind frays; the voice is earnest, old-fashioned, and close to dread. Feels like melancholy, dread and tenderness. About memory, madness and love.
- What should I read after Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας?
- If you liked Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, try Ποιήματα (Ιωάννης Πολέμης), Τζάκ (Ανδρέας Καρκαβίτσας) and Διηγήματα (Παύλος Νιρβάνας).
A taste of the feed
You finally know what you want to say, and then you remember how you once said no.
Τέλος ἄνοιξε ἡ ἀπέναντι πόρτα καὶ ἡ Θοδωριὰ ἐχαιρέτισε πρώτη. Ἡ Γερασιμίνα ἤθελε νὰ πετάξῃ μία στιγμή, νὰ κάμῃ τὴν πρότασή της καὶ νὰ τελειώσουν μία ὥρα ἀρχύτερα. Ἀλλὰ πράγμα παράδοξον - κάτι τῆς ἕσφιξε τὴν καρδιὰ καὶ ἐδίστασε. Ἡ ἰδέα τῆς παλαιᾶς της διαγωγῆς, ὁ πρόστυχος τρόπος μὲ τὸν ὅποιον ἄλλοτε ἀπέρριψε αὐτὴ τὰς προτάσεις των, ἦλθε τώρα καὶ τὴν ἐκάρφωσε εἰς τὸ κατώφλι της. Δὲν ἦτο τάχα δίκαιο νὰ τῆς φερθοῦν ἔτσι κι ἐκεῖνοι τώρα;
Τζάκ · Ανδρέας Καρκαβίτσας
What a school looks like when the noise can be heard from two hundred paces away.
Ἀλλὰ πρὸ ἡμισείας ὥρας, ἐάν τις διήρχετο εἰς ἀπόστασιν διακοσίων βημάτων ἔξωθεν τοῦ σχολείου, θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο θηριοτροφεῖον εἰδικὸν διὰ θῶας τῆς ἐρήμου καὶ δι’ ἄλλα ἀνήσυχα ἀγρίμια. Τὰ παιδία ἐχόρευαν, ἐπήδων, ἐσκίρτων, ἐφώναζαν, διεπληκτίζοντο, ἐγέλων, ἔκλαιον. Ἦτο θέρος καὶ καύσων πνιγηρός. Παμμιγὴς βοὴ ἀνήρχετο διὰ τῶν ὀκτὼ ἀνοικτῶν μεγάλων παραθύρων, ἐχόντων ὅλα σχεδὸν τὰ ὑαλία σπασμένα καὶ τὰ πλεῖστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τοὺς στροφεῖς ἐσκωριασμένους. Τὰ θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, ἐφαίνοντο ὡς σχεδίαι πλέουσαι ἐντὸς τοῦ κύματος τῶν παιδικῶν κεφαλῶν. Ἡ διδασκαλικὴ ἕδρα ὑψηλή, μὲ τὰ φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ὡμοίαζε μὲ βάρκαν ξουριασμένην μακρὰν τοῦ λιμένος ὑπὸ τοῦ ἀνέμου.
Ἡ Δασκαλομάννα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Φθινόπωρο · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
