1.1823-1833
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Also melancholy and death. The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.
Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,Ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγροικιέται.Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·Εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποῦ χαλιέται.Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,Καὶ ὀχ τὴ ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετειέται·Μόνον οἱ σκόρπιαις δάφναις, ποῦ ἐμυρίζανἘκεῖ ποῦ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη,Καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·»Εἶπα κ’ ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι: 