BookFeed Ελληνικά

Books like Η τιμή και το χρήμα

If Η τιμή και το χρήμα stayed with you, these share its feel: love, longing and grief. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Η τιμή και το χρήμα · Κωνσταντίνος Θεοτόκης

  1. 1.Το αμάρτημα της μητρός μου

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also grief and dread. A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.

    Ἀπ’ ἐναντίας ἤτο πολὺ προσηνὴς πρὸς ἠμὰς καὶ μας ἠγάπα ὄλους μετὰ περιπαθείας. Και -πράγμα περίεργον- ἡ πρὸς ἡμὰς τρυφερότης τοῦ κορασίου, ἀντὶ νὰ ἐλαττούται προϊούσης τῆς ἀσθενείας του, ἀπεναντίας ηὔξανεν. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς μαύρους καὶ μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμοὺς, καὶ τὰ καμαρωτὰ καὶ σμιγμένα της ὀφρύδια, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τὸ πρόσωπον της. Πρόσωπον ἐκ φύσεως ρεμβῶδες καὶ μελαγχολικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τότε μόνον ἐπεχύνετο γλυκειά τις ἰλαρότης, ὅταν μᾶς ἔβλεπεν ὅλους συνηγμένους πλησίον της. Συνήθως ἐφύλαττεν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν της τοὺς καρπούς, οὕς αἱ γειτόνισσαι τῇ ἔφερον ὡς ἀρρωστικόν, καὶ τοὺς ἐμοίραζεν εἰς ἡμᾶς, ἐπανελθόντας ἐκ τοῦ σχολείου. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμνε πάντοτε κρυφὰ. Διότι ἡ μήτηρ μας ἐθύμωνε, καὶ δὲν ἔστεργε νὰ καταβροχθίζωμεν ἡμεῖς ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ εἴχε γευθῇ κἂν ἡ ἀσθενής της κόρη.
  2. 2.Η Αννιώ

    Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1894

    Also longing and love. A poor shop boy loves the neighbour's daughter, leaves to make his fortune, and comes back twenty years later to a town that remembers him better than he remembers himself.

    Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού. Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα. Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς. Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί. Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός. Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου. Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς.
  3. 3.Ἡ Φόνισσα

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903

    Also dread and power. A poor island grandmother counts the daughters she cannot marry off and begins to see each as a debt she must cancel. Papadiamantis writes her from the inside with terrifying calm.

    Ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἐπνίγη. Μίαν χεριὰν ἀκόμη ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ ἡ Φραγκογιαννού. Μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα, τοῦ ἔσφιξε δυνατὰ τὸν λαιμόν… Εἶτα ἐμάζωξε τὸ λεπτὸν πανίον διὰ νὰ τὸ ρίψῃ πάλιν ἐπάνω τῆς στεφάνης. Ἡ χείρ της προσέκοψεν εἰς τὴν σανίδα, κ᾽ ἔκαμε μικρὸν θόρυβον. Ἡ γραῖα, ἥτις δὲν ἐκοιμᾶτο βαρέως, ἐξύπνησεν. Ἀνετινάχθη, ἐσκίρτησεν. Εἶδε τὴν Φραγκογιαννοὺ ν᾽ ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της καὶ ν᾽ ἀποχωρῇ, ἀνεγειρομένη ἐπὶ τῶν γονάτων, ὀπίσω εἰς τὴν θέσιν της.
  4. 4.Παραμύθι χωρίς όνομα

    Πηνελόπη Δέλτα, 1910

    A kingdoom rots under a vain king until his son and daughter set out to learn what diligence, honesty and a little knowledge can rebuild.

    Μα όσο ανέβαινε, το ρεύμα γίνουνταν όλο και δυνατότερο, και κατήντησε τέτοιο, που δεν μπορούσε πια με το κοντάρι να προχωρήσει. Τράβηξε για τη δεξιά όχθη του ποταμού και, σα σίμωσε με τις φελούκες του, πήδηξε στη γη. Ξετύλιξε το σκοινί, το έδεσε στη μέση του, και αργά, αλλά με βήμα κανονικό, ανέβηκε την ακροποταμιά, σέρνοντας το σπίτι του. Το νερό κατέβαινε με ορμή, ο κουλός όμως δε σταμάτησε. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το μέτωπο του, το στόμα του στέγνωσε, κρέμασε η γλώσσα του, οι φλέβες του λαιμού του πρήστηκαν από τον αγώνα. Μα το σταθερό αργό του βήμα δεν άλλαξε. Έφθασε στο Τρελόρεμα, έδεσε το σκοινί σ’ ένα δέντρο και ξαπλώθηκε στο γρασίδι να ξελαχανιάσει.
  5. 5.Μαζώχτρα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Also love and longing. A Cretan girl is caught loving the wrong man. A village turns its gossip into a weapon, and an older story of blood and honour begins to breathe.

    Δεν άργησε να ζυγώσει τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί από κάτω καθίζει, και γεύεται τ’ απλοϊκό της φαγί. Άψε σβήσε το γιόμα της. Λες κι ήτανε πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθιά, μα αυτή την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε όρεξη να πλαγιάσει απάνω σε μερικά, κιτρινόφυλλα που θάρρειες πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα πιότερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα το ’να με τ’ άλλο απάνω στους κλώνους. Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξένοιαστα, και κοίταζε την ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της.
  6. 6.Ρωμαίος και Ιουλιέτα

    Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 1597

    Also love and longing. Two teenagers from feuding houses fall in love, and every promise they make costs them a little more. Read Shakespeare as a poet of speed and rashness.

    Ποια είν’ αυτή που ’πέρασε, κ’ επλούτιζε το χέριτου νέου οπού την κρατεί, εκεί;ΥΠΗΡΕΤΗΣΔεν την γνωρίζω.ΡΩΜΑΙΟΣΩ! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες!Μου φαίνεται ’ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη,ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ’ αυτί ενός Αράπη!Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι,τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει!Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ’ ταις συντρόφισσαίς της,’σαν περιστέρα κάτασπρη ’ς τα μαυροπούλια μέσα!
  7. 9.Ιλιάδα

    Όμηρος, -750

    Also wonder and love. A war ten years old and still not won: the quarrel, the losses, and the two impossible choices that keep people fighting.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.