BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ποίηση»

Σελίδες από το «Ποίηση» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Μια ολόκληρη χώρα σκύβει πάνω από ένα φέρετρο.

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. πρώτη φορά.Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμόςτης αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώραΟρφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμόςτην άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιάστη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχομε τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Η Ελένη κατεβαίνει από το βουνό σαν νερό.

Kι απ’ τις κορφές του Tαΰγετου που από τον πάγο ασημολάμπουν αιώνια,μες σε μιαν αύρα ασίγητη π’ αλαφροπνέει απ’ τα λιωμένα χιόνια,στην αστραπή της άνοιξης, στης ήβης τα χρυσόχνουδα τα χρόνια,σ’ άσπρα άλογα των Διόσκουρων το ασύγκριτο ζευγάρι κατεβαίνει,κι ανάμεσα στ’ αδέρφια της που ακροποδίζουν στο γκρεμνό, σκυμμένη,μέσα σε πέπλο αθάνατο, κατηφοράει, σαν το νερό, η Eλένη.
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Μια δεμένη αρκούδα σηκώνεται στο χωράφι, κι η θεά κοιτάζει μέσα από τα μάτια της.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μουκαι μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσωνα τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμοτο ντέφι και, χτυπώντας το με τό ’ναχέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βίατις αλυσίδες. K’ οι δυο αρκούδες τότεστα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Πώς μοιάζει η αρχηγία όταν ανήκει σ’ έναν τράγο στον γκρεμό.

Τότε εἴδαμε — ἄρχος καὶ ταγὸς — ὁ τράγος νὰ σηκώνεταιΜονάχος,Βαρὺς στὸ πάτημα κι’ ἀργός, νὰ ξεχωρίσει κόβοντας — καὶ κεῖὉποῦ βράχος,Σφῆνα στὸ κῦμα μπαίνοντας, στέκει λαμπρὸ γιὰ ξάγναντοἈκρωτήρι,Στὴν ἄκρη ἀπάνου νὰ διαβεῖ, ποῦ ἡ ἄχνη διασκορπᾶ τ’ ἀφροῦ —Κι’ ἀσάλευτος νὰ γύρει,Μ’ ἀνασκωμένο, ἀφίνοντας νὰ λάμπουνε τὰ δόντια τουΤ’ ἀπάνω χεῖλι,Μέγας καὶ ὀρτός, μυρίζοντας τὸ πέλαγο τὸ ἀφρόκοπο,Ὣς τὸ δεῖλι!
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Προσφέρει τη χρυσή μάσκα ενός νεκρού βασιλιά στην αγαπημένη του.

Κι όλο τον άξιο θησαυρό το Μυκηναίο, που λόγιαζαν’ απίθωνα μπροστά σου,τα κύπελλα και τα σπαθιά και τα πλατιά διαδήματα·και στη νεκρή ομορφιά σουμια προσωπίδα σαν αυτή που σκέπασε των Αχαιώντο βασιλιά αποκάτου,ολόχρυση κι ολότεχνη, πελεκητή με το σφυρίστο αχνάρι του θανάτου!
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Δεν έφυγε πετώντας — και η γη τού έδωσε πίσω τους καρπούς της.

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γηκαι στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,βρέχει απ’ τα βάθη τ’ ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Η ψυχή γίνεται μελίσσι που ψάχνει δέντρα για να απλώσει τα σμήνη του.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’ αγανάχτησεστα ορτά τα μονοπάτια,κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας,μια σφήνα μες στα μάτια.Eκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούςγευόμουν απ’ το δίσκο,είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιούβαθιά στον ουρανίσκο...Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,πασίχαρο μελίσσι,που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιάστα δέντρα ν’ αμολήσει.
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Το κορίτσι φέρνει κερήθρα και κρύο νερό· οι πλεξούδες της τού ξεφεύγουν.

Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερόη αρχοντοθυγατέρα,οπού ’χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμόχαράκι ως περιστέρα·που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτητης παρθενιάς τη φλόγα,κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ’ αμάλαγα,χώριζ’ ολόρτη η ρώγα·που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιάπλεμένα είχε σηκώσει,σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει’ η φούχτα μουναν της τα χερακώσει.
— Ποίηση, Άγγελος Σικελιανός (1946)

Ποίηση

Άγγελος Σικελιανός, 1946

Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.