Μάκβεθ
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 1623
Ένας γενναίος άντρας ακούει μια υπόσχεση πως θα γίνει βασιλιάς και ανακαλύπτει πόσο γρήγορα η επιθυμία γίνεται σχέδιο. Προδοσία και μια ανησυχία που γεννιέται μέσα του. Ο μονόλογος που δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό σου.
Σελίδες από το «Μάκβεθ» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η φράση που την έχεις ακούσει εκατό φορές, σε μια μετάφραση που την κάνει να πονάει ξανά.
ΣΕΥΤΩΝΗ βασίλισσα, αυθέντα σεβαστέ μου,απέθανε.ΜΑΚΒΕΘΑργότερα ’μπορούσε ν’ αποθάνη (38).Ας ήτο κι’ άλλοτε καιρός αυτό να το ακούσω.Αύριον, και αύριον, και αύριον — και φεύγειακολουθεί σιγά σιγά ημέρα την ημέραν,ως την εσχάτην συλλαβήν ’ς του Χρόνου το βιβλίον!Και κάθε χθες οπού περνά, ήτο φανός να φέξημωρούς θνητούς να σκονισθούν ’ς τον δρόμον του θανάτου! Ζητάει από τον ουρανό να μην κοιτάξει, ώστε το χέρι να κάνει αυτό που έχει αποφασίσει.
Ακόμη ως κι’ ο κόρακας εβράχνιασε κ’ εκείνοςπου κράζει ότι έρχεται ’ς τους πύργους μου ο Δώγκαν!Ελάτε σεις, Δαιμόνια, εσείς που ’ς των φονέωντας σκέψεις παραστέκεσθε, ξεγυναικώσετέ με!Με άσπλαγχνην σκληρότητα εσείς γεμίσετέ μεαπό τα νύχια ’ς την κορφήν, — το αίμα πήξετέ μου, —τους δρόμους όλους φράξετε εις την συνείδησίν μου,ώστε της φύσεως ορμή ευσπλαγχνική καμμίανα μη μπορή τον φοβερόν σκοπόν μου να κλονίση,ούτε να φέρη δισταγμόν εις την εκτέλεσίν του!Εσείς του Φόνου όργανα, όπου και αν πλανάσθεκι’ αόρατα συντρέχετε ’ς ό,τι κακόν κι’ αν γείνη,ελάτε, κάμετε χολήν το γάλα των μαστών μου! Ύστερα από το κακό, η λέξη που δεν βγαίνει από τον λαιμό είναι μια προσευχή.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘΆφες τα τούτα!ΜΑΚΒΕΘΔιατί κ’ εγώ δεν ημπορούσανα το προφέρω το Αμήν; Είχα πολλήν ανάγκηναπό την χάριν του Θεού, και όμως εκολνούσε’ς τον λάρυγγά μου το Αμήν!ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘΜη συλλογείσαι τόσοναυτά τα πράγματα, ειδέ ίσως μας έλθη τρέλλα!ΜΑΚΒΕΘΜ’ εφάνη ’σάν να ήκουα μίαν φωνήν να κράζη: Η στιγμή που είσαι τόσο βαθιά που ούτε γυρίζεις ούτε σταματάς.
ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘΈστειλες άνθρωπον ’ς αυτόν;ΜΑΚΒΕΘΤο έμαθα εκ τύχης·Αλλά θα στείλω. — Απ’ αυτούς δεν είναι μήτε έναςπου άνθρωπόν μου μισθωτόν κοντά του να μην έχη. —Πρωί πρωί ’ς ταις αδελφαίς ταις Μάγισσαις θα ’πάγω.Θέλω και άλλα να μου ’πούν. Έχω σκοπόν να μάθωμε κάθε τρόπον κάθε τι, όσον κακόν κι’ αν ήναι!Το παν εις το συμφέρον μου, το παν, θα θυσιάσω!Τόσον βαθειά εχώθηκα ’ς το αίμα έως τώρα,ώστε αν παύσω να βουτώ, το να γυρίσω πίσωθα είν’ επίσης δύσκολον καθώς να προχωρήσω. Μια υπόσχεση έρχεται από εκεί που δεν ξέρεις, κι ακόμα πριν δεχτείς τίποτα, το σώμα σου έχει ήδη απαντήσει.
Ω! η προειδοποίησις αυτή η παρά φύσινδεν ημπορεί να είν’ κακή, ούτε καλή να είναι.Κακή αν είναι, διατί μ’ αλήθειαν αρχίζει,κ’ ευθύς ευθύς ενέχυρον του μέλλοντος μου δίδει;Έγεινα Θάνης Καουδώρ· ιδού! — Καλή αν είναι,ω, διατί ο πειρασμός αυτός με κυριεύει,που μου ορθόνει τα μαλλιά της φρίκης του η σκέψις,και κάμνει ώστε η καρδιά κτυπά εις τα πλευρά μου;σαν να θα ’βγή; Καλλίτερα ο φόβος του παρόντος,παρά διανοήματα απαίσια! Ο νους μου,με μόνον τώρα μέσα του το φάντασμα του φόνου,πόσον πολύ κλονίζεται, ώστ’ η ενέργειά του,παρέλυσε κ’ η σκέψις μου ’ς τ’ ανύπαρκτα πλανάται! Ρωτάει αν ολόκληρη η θάλασσα θα μπορούσε να ξεπλύνει ένα χέρι.
ΜΑΚΒΕΘΠοιος να κτυπά; Τι έπαθα και με κατατρομάζεικάθε βοή που ακουσθή; — Τι είν’ αυτά τα χέρια;Α! με στραβόνουν! Ημπορεί του Ποσειδώνος όλοςο άπειρος Ωκεανός αυτό ποτέ το αίμανα πλύνη απ’ το χέρι μου; Όχι! Το χέρι τούτοτο πέλαγος τ’ απέραντον θα καταπορφυρώση,να κάμη κατακόκκινα τα γαλανά νερά του (14)!ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ επιστρέφουσα.Τα χέρια μου κοκκίνισαν ’σάν τα δικά σου· όμωςθα εντρεπόμην την καρδιάν αχνήν να έχω τόσον! Κολακεύει δύο δολοφόνους λέγοντάς τους πως είναι, τουλάχιστον, άντρες.
Α’ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣΑυθέντα, άνδρες είμεθα!ΜΑΚΒΕΘΩ ναι· ’ς τους καταλόγουςως άνδρες λογαριάζεσθε, καθώς κ’ οι σκύλοι όλοι, —αυλόσκυλοι, μανδρόσκυλοι, λαγωνικά, ζαγάρια,θαλασσινοί, μισόλυκοι, μικρά σκυλάκια, μούργοι,όλοι των σκύλοι λέγονται. Αλλά τους ξεχωρίζεικαθένα η αξία του· γοργός ο ένας είναι,αργός ο άλλος, κυνηγός, πιστός, ανοικτομμάτης,καθείς κατά το χάρισμα πού έχει απ’ την φύσιν·ώστε προσθήκην ο καθείς ξεχωριστήν λαμβάνει’ς την γενικήν καταγραφήν, όπου με μίαν λέξινόλους τους έγραψαν μαζί. Το ίδιον κ’ οι άνδρες. —Λοιπόν και σεις, απ’ τον σωρόν αν σας χωρίζη κάτι,εάν ’ς την ανθρωπότητα οι έσχατοι δεν είσθε,ειπήτε μου το· — τότ’ εγώ θα σας ξεμυστερεύσωπράγμα, που αν εκτελεσθή, θα φάγη τον εχθρόν σας,και σας εις την καρδίαν μου θα σας αλυσσοδέσηκ’ εις την αγάπην μου, — εμού, που η ζωή του είναιαρρώστια μου, κ’ υγεία μου θα ήν’ ο θάνατός του (20)! Τι κοστίζει να συνηθίσεις τη φρίκη.
ΜΑΚΒΕΘΣχεδόν το ελησμόνησα τι πράγμα είν’ ο φόβος.Δεν είν’ καιρός που μιαν κραυγήν να ήκουα την νύκτα,επάγοναν τα μέλη μου, — που ένα παραμύθινα μου ορθώση τα μαλλιά ’ς την κεφαλήν ’μπορούσε,ως να εζωντάνευαν! — Εχόρτασ’ από φρίκην,οι ιδικοί μου λογισμοί συνείθισαν τον τρόμον,εις το εξής δεν ημπορεί να με ’ξιππάση πλέον! Μια συνταγή για γούρι κι ένας ρυθμός που δεν φεύγει από το στόμα.
ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥΓύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε.Καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό!Β’ ΜΑΓΙΣΣΑΚοιλιά φειδιού του βάλτου, βράσε, φούσκωσε!Να ’μάτι γουστερίτσας, πόδι βαθρακού,πούπουλο νυχτερίδας, σαύρας δακτύλο,πτερό της κουκουβάγιας, στόμα σκουληκιού,και γλώσσα μανδροσκύλου, και οχειάς κεντρί!Όλ’ ανακατωθήτε και αφρίζετε,να γείνη στοιχειωμένος διαβολοχυλός!ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΟΥΓύριζε, βάζε, βράζε, ανακάτονε.καίε φωτιά και τρίζε, κόχλαζε νερό! Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 1623
Ένας γενναίος άντρας ακούει μια υπόσχεση πως θα γίνει βασιλιάς και ανακαλύπτει πόσο γρήγορα η επιθυμία γίνεται σχέδιο. Προδοσία και μια ανησυχία που γεννιέται μέσα του. Ο μονόλογος που δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό σου.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.