Η φλογέρα του Βασιλιά
Κωστής Παλαμάς, 1910
Ο Παλαμάς μετατρέπει τον φόνο του Νικηφόρου Φωκά σε ένα φαντασμαγορικό όραμα με βυζαντινές σκιές, μια μαγική φλογέρα και τη γέννηση ενός νέου ελληνισμού. Στίχοι που κινούνται σαν πομπή.
Σελίδες από το «Η φλογέρα του Βασιλιά» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Το πλήθος είναι τόσο ανάκατο, που το ποίημα αρχίζει να χάνει τα πρόσωπά τους.
Διαβαίνουν οι παραταγές και το καθένα αλλάγιγι,τα πανωκλίβανα ριχτά κι οι αμαρτωσιές αστράφτουν.Κι οι στρατιώτες οι Έλληνες ολούθε καλεσμένοι,από του Ταιναίρου τα σπ΄ληλια ως τα λαγκάδια του Αίμου,Σε τι όνομα ν΄ακούν; και ποιοι; πώς να τους ξεχωρίσω;Και βιαστικοί και ανάκατοι και η ζωγραφιά τους βγαίνεικι εδώ θαμπή, αλαργεύει, αποζητά να ξαναμπεί στη νύχτα. Η φλογέρα αναγγέλλει πως ήρθε η ώρα της.
Και μεγιστάνοι του η Μαντώ η προφήτισσα, οι Σειρήνες,λάμιες, νεράϊδες, κένταυροι, κι αρχαίοι και νέοι δαιμόνοι.Και μαγεμένος κι ο Πηνειός, και νείρεται πως τρέχειφέγγοντας μεσ’ στων Ηλυσίων τ’ αμάραντα λιβάδια.Για μέναν’ η ώρα σήμανε. Φλογέρα στοιχιωμένη,κάποιου άλλου διάβα άλλης φυλής,μεγαλοσύνης, άλλης,κι όσο κι αν είμαι ανάξια, να με, εγώ ειμ’ η διαλαλήτρα. Μόλις οι νεκροί τελειώνουν τις εξομολογήσεις τους, καταφτάνει κάτι που είναι μισός άνθρωπος και μισό άλογο.
Και ξάφνουστριγγιά γρικιέται σάλπιγγα, και χτύπο σαν πετάλων,και από φουσάτο χλαλοή, και ομπρός του καβαλλάρης,μαζί άνθρωπος, μαζί άλογο· περνά και σα να πάηπροσκυνητής, και νάρχεται, Θεοφανώ, προς εσένα,διψώντας το φιλί κι αυτός, ο βασιλιάς κι ο γιος σου ! Τι συμβαίνει σε μια γυναίκα που έχει καταπιεί τρεις άντρες ολόκληρους;
Και αλύγιστη και αχάλαστη, δέσποινα πάντα, μα ίσκιος,ίσκιος από μιά ολόφεγγη μέρα, τους βράχους κάνειπαράδεισους, τη νύχτα αυγή, κάθε άλλον ίσκιο φέρνειστα πόδια της κι αγνάντια της να λάμπη σα φεγγάριπου το κορμί του θα είταν φως απ’ το δικό της ήλιο.Και αγνάντια της γονατιστοί και οι τρεις αφέντες, οι άλλοικρατάρχες της Ανατολής, ψυχάρια της γυναίκαςπου λιμασμένη ωρέχτηκε και αχόρταγη κατάπιε,φαντάσματα όξω απ’ τη ζωή κι από τα μνήματα όξω,και μόνο μέσα βασταχτοί στο γητευτή το γύροπου χύνει ο ίσκιος του ίσκιου της, μιλάνε και βογγάνε,και ο Ρωμανός, κ’ εσύ Φωκά, κι ο Τσιμισκής ο τρίτος,αράδα αράδα, οι τρεις, και η μια. Κι ακούστε τους κι ακούστε: Ένας στρατός σαν πανηγυριώτικο πλήθος περιμένει το πρόσταγμα.
Δύσης και Ανατολής λαοί στον τσίρκο και στη τζούστραπανηγυριώτες γιορτεροί σα να τραβάν, μα πάνταπρόθυμοι να διαφαντευτούν, ορθοί να πολεμήσουν,και πάντα σα να καρτεράν το πρόσταγμα που κράζει:<<Τις πίκες>> γύρτε προς τη γη! Σωπαίνετε: Σταθείτε!και τις αναμεσάδε σας πιάστε: Κι εμπρός! Χτυπάτε!Κι απάνου τους! Και πάρτε τους! Οι πηγές αποκτούν μακριά μαλλιά και ταράζουν τη Δίρκη.
Είναι οι πηγές πολύκρουνες κ’ είναι τα κεφαλάριακι αστέρευτα κι ασίγητα με το μουρμούρισμά τους.Και τις μουριές ποτίζουνε κι απ’ τις ιτιές περνάνεκαι γοργοπαιγνιδίζουνε με τα μακρυά μαλλιά τους,όσο να πάνε στους βυθούς της Δίρκης να χυθούνε,θυμώνοντάς την, πλαστουργές πηγές, και κεφαλάρια. Κωστής Παλαμάς, 1910
Ο Παλαμάς μετατρέπει τον φόνο του Νικηφόρου Φωκά σε ένα φαντασμαγορικό όραμα με βυζαντινές σκιές, μια μαγική φλογέρα και τη γέννηση ενός νέου ελληνισμού. Στίχοι που κινούνται σαν πομπή.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.