Άπαντα
Λορέντζος Μαβίλης, 1915
Ένας ποιητής-στρατιώτης μεταφράζει τον έρωτα, τον θάνατο και τον μύθο σε ελληνικούς στίχους με μια τρυφερότητα που μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη.
Σελίδες από το «Άπαντα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Γύρισε όλη τη δημιουργία και επέστρεψε με ένα μόνο, άβολο εύρημα.
«Τὴν πλάση ἐγύρισα ὅλη·εἶδα κ’ ἐλάλησα· ἐγὼ, πλασμένος ἐπιτούτουάπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἐδέχτηκα στὸ νοῦ μουκ’ ἐπρόφερα γιὰ τ’ ἄλλα του ἔργα, — ἐξανάδωσά τουἔπαινον ἢ κατάκριση τῆς πλάσης του· ἐμιλοῦσακαταπῶς ἔβλεπα. Ἔτσι ἐγὼ γιὰ τοῦ Ὕψιστου ἀναφέρωτὰ ἔργα, ὡς ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ, — εἶν’ ὅλα ἀγάπη,μὰ ὅλα εἶναι νόμος. Τοῦ κριτῆ τ’ ἀξίωμα ἀφίνω τώραποῦ αὐτὸς μοῦ δάνεισε. Ὅλες μου οἱ μπόρεσες, ποῦ ἔχουνπροορισμὸ νὰ τὸν ἰδοῦν μιαν ἄβυσσο ἐκερδίσανἐκεῖ ποῦ μόνη μιὰ σταξιὰ δροσούλας ἐρωτήθη. Το βουνό ραγίζει, το γεφύρι τρίζει κι ο κυνηγός δεν κοιτάζει κάτω.
Βροντολογοῦν οἱ κορυφὲς καὶ τὸ γιοφύρι τρίζει,τὸν κυνηγὸ τὸ ψήλωμα δὲ σκιάζει δὲ ζαλίζει,ἄφοβος προχωρεῖἐκεῖ ποῦ ἀσπρολογοῦν τοῦ πάγου οἱ κάμποι,ὅπου ἄνοιξη γλυκειὰ ποτὲ δὲ λάμπει,ὅπου δὲν πρασινίζει ἕνα κλαρί,καὶ θάλασσα ἀπὸ καταχνιὰ γύρω του πλημμυρίζει,ταῖς χώραις τῶν ἀνθρώπων πλιὸ κεῖθε δὲν ξεχωρίζει,μόνο ἀπ’ τοῦ σύγνεφου τὴ σκισματιὰρίχνει στὸν κόσμο καμιὰ ματιά,καὶ βαθειὰ κάτουθ’ ἀπ’ τὸ νερὸβλέπει τὸν πράσινο ἀφρό. Η βάρκα πλησιάζει, το νερό ανεβαίνει κι όλοι περιμένουν κάποιον άλλο.
ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤἜτσι ἐσένανὰ σὲ βοηθήσῃ ὁ Θεὸς καθὼς θὰ μ’ ἐλεήσῃς.ΒΕΡΝΗΣΜιὰ ζωὴ κιντυνεύει· ἐλεήσου τον, βαρκάρη.ΚΟΥΟΝΗΣἜχει γυναῖκα αὐτός, ἔχει παιδιὰ στὸ σπίτι.ΡΟΥΟΝΤΗΣΠῶς; μὴ δὲν ἔχω μιὰ ζωὴ καὶ γὼ νὰ χάσω;Ἔχω καὶ ’γὼ γυναῖκα καὶ παιδιά. Κυττᾶχτεπῶς ἀγριεύει καὶ πῶς στρίφεται τὸ κῦμα Ένας βοσκός σε σπηλιά φαντάζεται έναν καλύτερο κόσμο, ξέροντας πως δεν θα τον ζήσει.
Κατόπιοἱ φαντασίες αὐγάτιζαν, ποῦ ἀπὸ καιρὸ μοῦ ’χ’ ἔρθουνὅταν τριγύρω μου ἔβοσκαν τὰ σιωπηλὰ κοπάδια,—μοναχικὸς ἀετὸς ψηλὰ σὰν ἀποκοιμισμένοςἔφερνε ἀργὰ γύρες, ἀργά, κ’ ἐγὼ στὸν τράφο μέσακοιτάμενος στοχάζομουν τὸν κόσμο ποῦ ἀποκάτωστὰ βλέμματά μου ἁπλόνοτουν, καὶ ἂς ἔβλεπα μονάχαἕνα κομμάτι ἀναμεσὶς ἀπὸ ούρανὸ καὶ λόφο. Τα λουλούδια της άνοιξης επιστρέφουν, μαζί με την πεισματάρα ελπίδα μιας νέας αρχής.
Ἄνθη, σᾶς χαιρετῶ, πὤχει γεννήσῃἩ γῆ ξανανειωμένη, ἂς πλημμυρίσῃΤοῦ νέκταρος ὁ αἰθέρας ὁ δροσάτοςΤὸν κόρφο σας γλυκὸς καὶ μυρωδάτος.Μέσα εἰς ἀχτίδες θὲ νὰ σᾶς βουτήσωΚαὶ μὲ τὸ φῶς τῆς Ἴριδος τὰ νέαΦύλλα σας, ἄνθη ἐγὼ θὰ ζωγραφίσωΣὰν τῆς Ἠῶς τὸ πρόσωπον ὡραῖα.Τὴν πίκρα μου καθὼς καὶ τὴν χαρά μουἊς βλέπῃ κάθε τρυφερὴ ψυχὴ’Σ τὰ φύλλα τὰ ξερὰ ποῦ πέφτουν χάμου,’Σ τῆς ἄνοιξις τὴν λάμψι τὴν φαιδρή. Η ώρα που κάθε μικρός ήχος στον κήπο γίνεται τραγούδι αγάπης.
Ἡ ὧρα εἶν’ αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλώνους βγαίνειὉ ψιλὸς τ’ ἀηδονιοῦ κελαϊδισμός,Ποῦ εἰς κάθε του μιλιὰ μουρμουρισμένηΦαίνεται ὁ πόθος τοῦ ἐραστῆ γλυκός.Καὶ τ’ ἀεράκι ποῦ τερπνὰ φυσάειΚαὶ τὸ ρυάκι ποῦ σιμὰ κυλάειΜουσικὴ χύνουν σὰ φιλέρμ’ αὐτιά.Εἶναι ψηλὰ τ’ ἀστέρι’ ἀνταμωμένα,Κάτου στὴν γῆν εἶν’ ἐλαφρὰ βρεμέναὌλα τὰ λουλουδάκια μὲ δροσιά. Λορέντζος Μαβίλης, 1915
Ένας ποιητής-στρατιώτης μεταφράζει τον έρωτα, τον θάνατο και τον μύθο σε ελληνικούς στίχους με μια τρυφερότητα που μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.