Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν
Διονύσιος Σολωμός, 1825
The poem that gave modern Greece its national anthem, written while the war was still burning — and it is stranger, darker and more argumentative than the anthem suggests.
Pages from Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A battle described not from above, but from inside the skull of a man fighting.
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖεἶναι κτύπημα θανάτουχώρις νὰ δευτερωθῇ.Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει·λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴἀπ’ τὸ μίσος ποὺ τὴν καίειπολεμάει νὰ πεταχθῇ.Τῆς καρδιᾶς κτυπίες βροντᾶνεμὲς στὰ στήθια τους ἀργά,καὶ τὰ χέρια ὅπου χουμᾶνεπερισσότερο εἴν’ γοργά. You can recognise something by the look it uses to measure the ground.
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψιτοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψιποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.Εἰς αὐτήν, εἴν’ ξακουσμένο,δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·ὅμως, ὄχι, δὲν εἴν’ ξένοκαὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνεικύματ’ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει,κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή. Your worst enemy has better manners than your allies.
Ἀπ’ ἐσᾶς ἀπομακραίνεικάθε δύναμη ἐχθρική,ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένειποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.Μία, ποὺ ὅταν ὠσὰν λύκοιξαναρχόστενε ζεστοί,κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,ἄχ, τὸν νοῦ σᾶς τυραννεῖ.Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάειἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴκαθενὸς χαμογελάει,«πάρ’ το», λέγοντας, «καὶ σύ.» A plea to stop, written for people who had every reason not to.
Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,παλληκάρια, ἂς μὴν πωθεῖ,πὼς τὸ χέρι σας κτυπάειτοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τουςτὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τουςδὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖγιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδαὅμοιαν ἔχει τὴν τιμήν. When the only thing left to say about your country is what it used to be.
Δυστυχής! Παρηγορίαμόνη σοῦ ἕμενε νὰ λὲςπερασμένα μεγαλείακαὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρειφιλελεύθερη λαλιά,ἕνα ἐκτύπαε τ’ ἄλλο χέριἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνωτὸ κεφάλι ἀπὸ τσ’ ἐρμιές;».Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνωκλάψες, ἄλυσες, φωνές. He sees young women dancing under the trees and calls their milk courage.
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼκρινοδάχτυλες παρθένεςὀποῦ κάνουνε χορό.Στὸν χορὸ γλυκογυρίζουνὡραία μάτια ἐρωτικά,καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουνμαῦρα, ὀλόχρυσα μαλλιά.Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζειπὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶςγλυκοβύζαστο ἐτοιμάζειγάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς. The morning wind is ordered to choose a side.
Ἦταν τόσοι! Πλέον τὸ βόλιεἰς τ’ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.’Ὁλοι χάμου ἐκείτοντ’ ὅλοιεἰς τὴν τέταρτην αὐγή.Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνηκαὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνειαἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιὸστῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι·φύσα, φύσα εἰς τῷ ΣΤΑΥΡΩ! The most famous lines in modern Greek poetry begin with a graveyard.
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρικαὶ ὀλογλήγορο πατεῖἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάριποὺ τὴ δόξα σοῦ ἐνθυμεῖ.Ταπεινότατή σου γέρνειἡ τρισάθλια κεφαλή,σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνεικι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύεικάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύειἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανῆ. A ragged nation raises the cross and asks the kings of Europe to look at it.
Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ·πάντα ἡ νίκη, ἂν ἐνωθῆτε,πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθεῖ.Ὦ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,καταστῆστε ἕναν Σταυρὸκαὶ φωνάξετε μὲ μία:«Βασιλεῖς, κοιτάξτ’ ἐδῶ!Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτεεἶναι τοῦτο, καὶ γι’ αὐτὸματωμένους μᾶς κοιτᾶτεστὸν ἀγώνα τὸν σκληρό. Διονύσιος Σολωμός, 1825
The poem that gave modern Greece its national anthem, written while the war was still burning — and it is stranger, darker and more argumentative than the anthem suggests.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.