Pages from Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
What the night sky looks like after a massacre.
Και πολλήν ώρα δε μίλησαν πια. Στο κάστρο, πάνω από το κεφάλι τους, οι χαρούμενες φωνές λίγο - λίγο ησύχαζαν. Οι Βούλγαροι, χορτασμένοι από αίμα και σφαγές, είχαν χαιρετίσει τη νίκη τους με ό,τι κρασί βρέθηκε στο φρούριο και, αποκαμωμένοι από της νυχτιάς τους κόπους, έγερναν να κοιμηθούν. Η νύχτα ήταν ήσυχη, φύλλο δεν κουνούσε. Από το μαύρο ουρανό τ’ άστρα τους κοίταζαν με τα χρυσά τους φωτεινά μάτια, άψυχα, παγωμένα στην ολύμπια αταραξία τους, αδιαφορώντας για τους ανθρώπινους πόνους που δεν έφθαναν στα ύψη τους. Κάτω, στο ριζό του βράχου, το ποτάμι, φουσκωμένο από τις τελευταίες βροχές, μούγκριζε ανάμεσα στις πέτρες, και ο ήχος του ανέβαινε θυμωμένος, τάραζε την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
The moment you realize you are no longer alone, and there is nothing to announce.
Δεν του αποκρίθηκε, ούτε γύρισε. Πήρε σιγά το χέρι της, και η κόρη δεν το τράβηξε. Λόγια άλλα δεν αντάλλαξαν, ήταν περιττά. Σιωπηλά, χέρι με χέρι, τραβούσαν ίσια μπροστά τους. Του Κωνσταντίνου του φάνηκε η ώρα αυτή σα γλυκιά υπόσχεση για το μέλλον. Πρώτη φορά, αφότου πέθανε η μητέρα του αισθάνθηκε πως δεν ήταν πια μόνος στη ζωή.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
When morning light does not wake a man, it becomes a weapon.
Ο Νικήτας έσπρωξε τα παραθυρόφυλλα και ο ήλιος χύθηκε στο δωμάτιο, το πλημμύρισε με το χρυσό του φως. Μα ο Μιχαήλ δεν κούνησε, ούτε άνοιξε τα μάτια. Στη μύτη πλάγι και στο στόμα, δυο γραμμές χαράζουνταν, σταχτερές, στην κερένια του όψη, σα να είχε αφήσει κιόλα ο Χάρος, στο διάβα του, το αποτύπωμα του παγωμένου του χεριού. Πλάγι στον Κωνσταντίνο γονάτισε η Αλεξία, και σιγαλά ακούμπησε το χέρι της στην καρδιά.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
Waiting in the dark for a sound you are not sure you heard.
Ζαρωμένα στη γωνιά τους, στα σκοτεινά, τα δυο αγόρια με αγωνία περίμεναν, χωρίς να ξέρουν τι περιμένουν. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά, και όλη τους η προσοχή προσηλώνουνταν στους έξω κρότους. Κάθε λίγο τους φαίνουνταν πως άκουαν μια φωνή, ένα ψιθύρισμα, ένα πάτημα, και πάλι όλα σιγούσαν. Και άλλο δεν ακούουνταν, παρά το αδιάκοπο λαφρύ στάξιμο της βροχής που είχε ξαναρχίσει να πέφτει σιγαλά, σιγαλά, στη μουσκεμένη σκηνή. Όλοι γύρω κοιμούνταν. Βαθιά σιωπή σκέπαζε το στρατόπεδο. Και η βροχή ξανάρχιζε να πέφτει. Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ’ αγόρια βαστώντας την αναπνοή τους, και η ώρα περνούσε, και όλο περίμεναν. Μα άλλο δεν άκουαν παρά τη βροχή που στάλαζε, και το αεράκι που μουρμούριζε στα καλάμια. Και το μουρμούρισμα αυτό έμοιαζε ανεπαίσθητα να πλησιάζει.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
When the darkness below is the only plan.
Ο Κωνσταντίνος έπιασε το σκοινί που κρέμουνταν, δεμένο στο τέταρτο κάγκελο, βγήκε από το παράθυρο και κρεμάστηκε από τα χέρια. Για κείνον, που από μικρός είχε συνηθίσει σε όλα τα σωματικά γυμνάσματα, το κατέβασμα αυτό ήταν παιχνιδάκι. Μα πού κρέμουνταν δεν το ήξερε. Το φεγγάρι είχε βασιλέψει, το σκοτάδι ήταν πυκνό. Με τα χέρια, και σφίγγοντας το σκοινί ανάμεσα στα γόνατα, άρχισε να κατεβαίνει. Κάθε λίγο έσκυβε να δει κάτω, μα τίποτα δε φαίνουνταν. Κατέβαινε σε κατάμαυρο χάος. Έξαφνα, πάνω από το κεφάλι του, φωνές ξέσπασαν και αναμμένοι δαυλοί φώτισαν τον πύργο και τους οδοντωτούς τοίχους.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
The first thing a captive loses is the right to say his own name.
Τ’ αγόρια δεν αποκρίνουνταν, μόνο κοίταζαν τη δουλειά τους, με τρόπο που ν’ αποφεύγουν μαλώματα και βαρβαρότητες των τυράννων τους. Ελληνικά δεν έπρεπε πια να μιλούν, αλλά να φαίνουνται τόσο αποβουλγαρισμένοι, που και τη γλώσσα τους ακόμα να την έχουν ξεχάσει. Και μόνο στη μοναξιά σα βρίσκουνταν, οι δυο αιχμάλωτοι ξαναγύριζαν στα παιδικά τους ξαναθυμίσματα και μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Και τότε άναβε ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου... Με αγάπη και συγκίνηση έσκυψε ο Μιχαήλ και τον φίλησε στο μέτωπο. Ο ενθουσιασμός του αυτός τον είχε βαστάξει τόσα χρόνια, του έδωσε το θάρρος και τη δύναμη να υποφέρει την περιφρόνηση και την τυραννία των αφεντάδων.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
The oldest trick for a message that must not be caught.
Ο Κωνσταντίνος έβγαλε το μήλο από το στόμα του, και βιαστικά το κομμάτιασε στα δάχτυλά του. Από μέσα έβγαλε ένα τυλιγμένο φυλλαράκι δέντρου, πέταξε το μήλο και μπήκε με τον Μιχαήλ στη σκηνή όπου έκαιε ένα μαγκάλι. Γονατισμένος πλάγι στο μαγκάλι, ξεδίπλωσε το φύλλο και το βάσταξε εμπρός στα πυρωμένα κάρβουνα. Πλήθος τρυπαλάκια φάνηκαν τότε, και τα τρυπαλάκια σχημάτιζαν γράμματα, και τ’ αγόρια με καρδιοχτύπι διάβασαν την ελληνική λέξη: «ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ». Ο Μιχαήλ γονατισμένος κοντά στο σύντροφό του, τον κοίταξε ερωτηματικά.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
Trying to say a prayer when your arm has grown too heavy to lift.
Τα χείλια του σάλευαν ακόμα, μα φωνή πια δεν έβγαινε. Την είδε μια στιγμή ακόμα, με το μαύρο στεφάνι των μαλλιών της, είδε το χέρι της που άπλωνε τα κλαδιά και σκέπαζε την τρύπα, άκουσε το λαφρύ της βήμα που απομακρύνουνταν κι έσβηνε... Και όλα σκοτείνιασαν, και ο γέρος σωριάστηκε στ’ άχυρα. «Παναγία μου...», ψέλλισε, «φύλαγε την...». Σήκωσε το χέρι να κάνει το σταυρό του, μα ήταν τόσο βαρύ! Τρέμοντας τυλίχθηκε στην κάπα κι έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
What grief does to a face that was once young.
Καθώς μπήκε ο Μιχαήλ στην κάμαρα, ο Δαφνομήλης σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. Μα κοντοστάθηκε ξαφνισμένος. Ο Μιχαήλ ήταν σχεδόν γέρος. Το αναίματο ισχνό του πρόσωπο ασάλευτο και αγέλαστο, ήταν σα μαρμαρωμένο, σαν άψυχο. Μόνο στα βουλιαγμένα τους κοιλώματα, σκοτεινά και ισκιωμένα, τα μάτια του φύλαγαν ακόμα ζωή. Το αργό του περπάτημα, οι κυρτοί του ώμοι, τα ψαρά του μαλλιά, κάτασπρα στα μηνίγγια, τον έκαμναν αγνώριστο. Ο Δαφνομήλης, κάπως συγκινημένος, θέλησε να κρύψει την εντύπωση του.
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
The sentence every soldier says to himself before walking away.
Το ήξερε πως ήταν ανάγκη να τρέξει στο Βασιλέα, να τον εμποδίσει να πέσει στο καρτέρι που του είχαν στήσει οι Βούλγαροι. Το ήξερε πως εμπρός στον εθνικό κίνδυνο το άτομο δε λογαριάζει, πως έστω κι αν πέθαινε ο Κωνσταντίνος μόνος κι έρημος, χωρίς ένα φίλο κοντά του, δε σήμαινε τίποτα. «Τη δουλειά του πρώτα!» Το ήξερε, όπως ήξερε τόσα άλλα, όπως ήξερε πόσο αναγκαίοι ήταν οι κατάσκοποι, πόσο σημαντική η υπηρεσία τους. Και σα θα μάθαινε ο Κωνσταντίνος πως τον άφησε τόσο άρρωστο σε ξένου χέρια, θα έλεγε με χαρά: «Εύγε στο παλικάρι!...». Με το κεφάλι ψηλά και με σφιγμένα τα χείλια, έτρεχε μπροστά ο Μιχαήλ, σπηρουνίζοντας το άλογό του για να φθάσει γρηγορότερα και να εκτελέσει μια ώρα αρχύτερα την αποστολή του. Ναι! Ο Κωνσταντίνος θα τον θαύμαζε που είχε φύγει...
— Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Πηνελόπη Δέλτα (1911)
A Byzantine emperor's border war seen through two boys: one a hostage learning to keep his Greek, one a spy learning what loyalty costs. Adventure with an ache underneath. During Bulgaria's wars, a Byzantine patrol guards a captured officer only to realize their captive is a child. The passage lingers on a small, pointed deed rather than a battle. A nuance of the game. The transaction is a game. Trust is the casualty. The stakes are not the city but the person. The story is about the war of the Byzantines. The passage is set in a real eleventh-century raid. The emperor is both a conqueror and a man. The pulse of the marchers. The wounded captive is forced to march. His fall is the image. The sentence is almost without ornament. The book is авантура. The book is a historical novel for young readers, set in the eleventh-century wars of Basil II in the Balkans, where two Greek boys are taken into Bulgarian captivity. A patriotic adventure that also knows what war does to the people fighting it.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.