BookFeed Ελληνικά

Passages from Θάνατος Παλληκαριού

Pages from Θάνατος Παλληκαριού that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A man would rather die than be seen marked.

Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ’ η Ταρία Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

The dance that turns a village festival into myth.

Μα τα ποδάρια εκείνα τα σιδερένια, ταλύγιστα, πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό κι από φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το παιδί της Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ’ Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού, εκεί που τρέχει το κρύο το νερό και τα πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη ξεκουραστική πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, φουστανελλοφορεμένος, όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη του, πρωτοπαλλήκαρου, του ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και το είχε τάμα. Κ’ οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ’ έκαναν κύκλο γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και σκορπούσε λεβεντιά.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

A church hymn asks a dead child where his beauty has gone.

Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στέκονταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ’ εστέκοταν κι αυτός για να βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ’ έξω από την εκκλησιά σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ’ η νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ’ Άη Νικόλα ταναμμένα κεριά κ’ οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;»
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

A sea that changes colour like a mind that cannot settle.

Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα να τον πάρη ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ’ έμενε στο σπίτι του κλεισμένος. Από το παραθύρι του κανείς αντίκρυζε τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ’ το πρωί ως το βράδυ· αντίκρυζε κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι ασημοχρυσωμένο, μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή στο βασίλεμα· και κάποτε τρεμούλιαζε μ’ όλα μαζί τα χρώματα σαν κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες και πάθη. Κ’ οι άνεμοι τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε βαθειά στο κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο πονέντες, άλλα κύματα η νοτιά.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

Spring arrives in a poor village, and the swallows know where to build.

Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή του πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ’ από κάθε χαγιάτι και κάθε λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια, πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν τα ρόδα, τα γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες πλεξίδες και τα βοργολυγερά κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την άνοιξη να τα ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

The girl who keeps walking past the house of the man who chose another.

Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη Θαλασσοχωρίτισσα, μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια και καμώματα, η Μόρφω της Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ’ το κακό της σαν άκουσε ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση τα μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της χορού το τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές, κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες ανάμεσ’ απ’ τα σκούρα των παραθυριών τους την είδαν δύο τρεις φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ’ ένα σάλι ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι του, να σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ’ ύστερα να κοιτάζη, γύρω σα φοβισμένη, κ’ έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ’ είχε μοσχαναθρέψει μέσα της την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα του.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

The doctor who keeps saying you're better until the money is gone.

Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι και βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ’ οι καντήλες έσπαναν, κ’ ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι, κ’ έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε μέρα, και την άνοιγε κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ’ έπινε κ’ εκοιμότουν στο σπίτι σαν πασάς, και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα, κι όλο και καλήτερα έλεγε σ’ όσους τον ερωτούσαν. Στα στερνά ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι όλο και καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

Some men are handsome only when they move.

Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ’ υπομονή. Αλλά το κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες είχαν χίλιες γνώμες για το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν. Ο Μήτρος δεν επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα κύματα δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε θωριά. Τα στήθη του δεν ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε κοντός· λιγνός παρά παχύς, μελαχρινός μ’ ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ’ ένα ζουνάρι κόκκινο χιλιόδιπλο στη μέση του· μ’ ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του. Κι όμως κι από τη συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

On the night of Good Friday, the bells go silent.

Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ’ οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε απορούν απ’ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ’ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος.
— Θάνατος Παλληκαριού, Κωστής Παλαμάς (1904)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.