Ποιητικές συλλογές
Κώστας Καρυωτάκης, 1928
The poet of Greek disillusionment: ironic, musical verses about failed hopes, dull offices, and the strange comfort of knowing nothing lasts.
Pages from Ποιητικές συλλογές that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
On being a broken guitar, a snapped antenna, a set of unfocused senses.
Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένεςκιθάρες. Ὁ ἄνεμος, ὅταν περνάει,στίχους, ἤχους παράφωνους ξυπνάειστὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες.Εἴμαστε κάτι ἀπίστευτες ἀντέννες.Ὑψώνονται σὰ δάχτυλα στὰ χάη,στὴν κορυφή τους τἄπειρο ἀντηχάει,μὰ γρήγορα θὰ πέσουνε σπασμένες.Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις,χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε.Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις.Στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε.Μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα, κ’ ἡ ποίησιςεἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε. What it looks like to greet the light one last time and call it goodnight.
Τότε λοιπὸν ἀδέσποτο θ’ ἀφίσωνὰ βουΐζη τὸ Τραγούδι ἀπάνωθέ μου.Τὰ χάχανα τοῦ κόσμου, καὶ τοῦ ἀνέμουτὸ σφύριγμα, θὰ τοῦ κρατοῦν τὸν ἴσο.Θὰ ξαπλωθῶ, τὰ μάτια μου θὰ κλείσω,καὶ ὁ ἴδιος θὰ γελῶ καθὼς ποτέ μου.«Καληνύχτα, τὸ φῶς χαιρέτισέ μου»θὰ πῶ στὸν τελευταῖο ποὺ θ’ ἀντικρύσω.Ὅταν ἀργὰ θὰ παίρνουμε τὸ δρόμο,ἡ παρουσία μου κάπως θὰ βαραίνη—πρώτη φορὰ—σὲ τέσσερων τὸν ὦμο.Ὕστερα, καὶ τοῦ βίου μου τὴν προσπάθεια.ἀμείβοντας, τὸ φτιάρι θὰ μὲ ραίνηὡραῖα ὡραῖα μὲ χῶμα καὶ μὲ ἀγκάθια. Make your pain into a harp, then laugh and be gone.
Κάνε τον πόνο σου άρπα.Και γίνε σαν αηδόνι,και γίνε σα λουλούδι.Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,κάνε τον πόνο σου άρπακαι πέ τονε τραγούδι.Μη δέσεις την πληγή σουπαρά με ροδοκλώνια.Λάγνα σου δίνω μύρα— για μπάλσαμο — και αφιόνια.Μη δέσεις την πληγή σου,και το αίμα σου, πορφύρα.Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»μα κράτα το ποτήρι. Midnight, an empty house, and the spider weaving grief in place of music.
Μεσάνυχτα και λείπετε, αδερφούλες μου.Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.Τις κάμαρες θ’ ανοίξω που στοιχειώσανε,τ’ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.Άνε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ’ όνειροθα ’ρθει κάποια από σας να ξυπνήσει.Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμειναμονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη;Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα,η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει.Τα χέρια μου, όπως δένω κι όπως θλιβομαι,με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει.Τι να ’φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο,σαν τάφοι, τ’ αδειανά σας τα κρεβάτια; Sun on the wall, life in the street, and a man still bent over his papers.
Οι ώρες μ’ εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκε ξανάστο αχάριστο τραπέζι.(Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινάο ήλιος γλιστράει και παίζει.)Διπλώνοντας το στήθος μου, γυρεύω αναπνοήστη σκόνη των χαρτιών μου.(Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωήστα ελεύθερα του δρόμου.)Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,όμως ακόμη γράφω.(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.Σα να ’χουν βγει σε τάφο.) The comedy and pity of a life spent indoors with other people's paperwork.
Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λυόνουν καὶ τελειόνουνσὰν στῆλες δύο δύο μὲς στὰ γραφεῖα.(Ἠλεκτρολόγοι θἆναι ἡ Πολιτείακι ὁ Θάνατος, ποὺ τοὺς ἀνανεώνουν).Κάθονται στὶς καρέκλες, μουτζουρόνουνἀθῶα λευκὰ χαρτιά, χωρὶς αἰτία.«Σὺν τῇ παρούσῃ ἀλληλογραφίᾳἔχομεν τὴν τιμὴν» διαβεβαιώνουν.Καὶ μοναχὰ ἡ τιμὴ τοὺς ἀπομένει,ὅταν ἀνηφορίζουνε τοὺς δρόμους,τὸ βράδυ στὶς ὀχτώ, σὰν κουρντισμένοι.Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τοὺς νόμους,σκέπτονται τὸ συνάλλαγμα, τοὺς ὤμουςσηκώνοντας οἱ ὑπάλληλοι οἱ καϊμένοι. A farewell to a ship that will take you nowhere and never let you return.
Καλὸ ταξίδι, ἀλαργινὸ καράβι μου, στοῦ ἀπείρουκαὶ στῆς νυχτὸς τὴν ἀγκαλιὰ, μὲ τὰ χρυσὰ σου φῶτα!Νἄμουν στὴν πλώρη σου ἤθελα, γιὰ νὰ κοιτάζω γύρουσὲ λιτανεία νὰ περνοῦν τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα.Ἡ τρικυμία στὸ πέλαγος καὶ στὴ ζωὴ νὰ παύη,μακριὰ μαζί σου φεύγοντας πέτρα νὰ ρίχνω πίσω,νὰ μοῦ λικνίζης τὴν αἰώνια θλίψη μου, καράβι,δίχως νὰ ξέρω ποῦ μὲ πᾶς καὶ δίχως νὰ γυρίσω! She cried without knowing it. Do you ever catch yourself tearing up for no reason?
Χωρὶς νὰ τὸ μάθει ποτέ, ἐδάκρυσε,ἴσως γιατὶ ἔπρεπε νὰ δακρύσει,ἴσως γιατὶ οἱ συφορὲς ἔρχονται.Ἀπόψε εἶναι σὰν ὄνειρο τὸ δείλι·ἀπόψε ἡ λαγκαδιὰ στὰ μάγια μένει.Δὲν βρέχει πιά. Κι ἡ κόρη ἀποσταμένηστὸ μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.Σὰ δυὸ κεράσια χώρισαν τὰ χείλη·κι έτσι βαθιά, γιομάτα ὡς ἀνασαίνει,στὸ στῆθος της ἀνεβοκατεβαίνειτὸ πλέον ἁδρὸ τριαντάφυλλο τ’ Ἀπρίλη Κώστας Καρυωτάκης, 1928
The poet of Greek disillusionment: ironic, musical verses about failed hopes, dull offices, and the strange comfort of knowing nothing lasts.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.