Ποιήματα
Ιωάννης Πολέμης, 1921
Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.
Pages from Ποιήματα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The barman answers every accusation with a single, devastating question.
Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθόκαι πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...» The years before you loved someone, and the wish to live them twice.
Αχ! και να γύριζαν, να ’ρχονταν πίσωτα χρόνια που έζησα πριν σ’ αγαπήσω!Χρόνια αμνημόνευτα σα να ’ταν ξένατα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.Ποτάμι που ’τρεξε μες σε λιθάριακαι δεν επότισε μηδέ χορτάρια,κι η γη το ρούφηξε στ’ άφωτα βάθηκι ως και το χνάρι του για πάντα ’χάθει.Αχ! και να γύριζαν να διπλοζήσωαγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσωΚαι να ’σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μουαπό τη γέννα μου, ως τη θανή μου Even the flowers look like prisoners once you notice the pot.
Φαντάζομαι στους κήπους τ΄άνθη τ’ άλλαελεύθερα ν΄ ανθίζουν, να μαδούν,τα’ άλλα πουλιά στα δένδρα τα μεγάλαασκλάβωτα, τρελά να κελαδούν.Φαντάζομαι και θλίβομαι κι ακόμανοιώθω, πως ειν` απάνθρωπη σκλαβιάγια τ’ άνθη οι γλάστρες με το λίγο χώμα,για τα πουλιά τα ολόκλειστα κλουβιά. If even the moon is chasing shadows, maybe that's all anyone ever holds.
Καὶ ’σὰν τοῦ πόνου ὁ προστάτης’σὰν ὁ Θεὸς νὰ σ’ εἶχε στείλειτὴ χαϊδεμένη τὴ σκιά τηςτὴν ἔρριξες ’ς τὰ δυό μου χείλη.Κ’ ἐφίλησα σκιὰ μονάχαπαρηγοριὰ τοῦ ἔρωτός μου…Σκιά, σκιὰ δὲν εἷνε τάχακάθε χαρὰ τοῦ ψεύτη κόσμου;Καὶ σύ, Σελήνη, ’σὰν ἐμένασκιὰ ζητᾷς, σκιὰ γυρεύεις,γιαὐτὸ γυρίζεις ’ς τὰ χαμένακαὶ ξαγρυπνᾶς κι’ ὅλῳ ζηλεύεις… On the fiddle that keeps its voice only because it's ageing.
Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τικι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατήη φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολίμέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίληστο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλείμε της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη. Even a dragon can be a prayer, if it's the only one you understand.
—Ἐγὼ θὰ στήσω γιὰ ὅλα σας χρυσὸ περιστεριῶναψηλὰ σὲ μιὰ θεόρατη κι’ ἀπόκορφη κολῶνα,νὰ μὴ φοβᾶστε κυνηγό, νὰ μὴ σᾶς πιάνουν δίχτυα.Ὤ! δὲν τὰ λησμονῶ ποτὲ τὰ δάκρυα, τὰ ξενύχτιαὅσο σᾶς ἔννοιωθα ἡ φτωχὴ μέσα σὲ χέρια ξένα·τί λέω σὲ χέρια; στὰ κλουβιὰ τὰ σιδεροπλεγμέναποῦ τὰ φτεροκοπούσατε μὲ τρομαγμένα μάτιαμαδῶντας τὴς φτεροῦγες σας στ’ ἀσύντριφτα πλεμμάτια.Κ’ ἐγὼ πονοῦσα κ’ ἔκλαιγα κ’ ἔλεγα μοναχή μου:—Δὲν θὰ βρεθῇ ἕνας δράκοντας νὰ πάρῃ ἀπ’ τὴν ψυχή μουτὸν πόθο καὶ τὸν πόνο της νὰ διπλοδυναμώσῃ,νὰ πάῃ ἐκεῖ ποῦ καρτεροῦν πόνοι καὶ πόθοι τόσοι;Καὶ βρέθηκεν ὁ δράκοντας κι’ ἀπ’ τὴν ψυχή μου ἐπῆρετὸν πόθο καὶ τὸν πόνο της, καὶ τοῦ εἶπα τότε: σῦρε. The tree is still standing, and you're still the one who remembers.
Χθες επέρασα μόνος μου -τι δε κάνουν τα χρόνια!-βασιλεύει τριγύρω της ερημιά, καταφρόνια!Κι η θεόρατη λεύκα μας, που τον πόνο μου ξέρει,με μια θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ’ αγέρικαι σκορπά το παράπονο μες στου ήλιου το κάμα... A poem that repeats the same line three times and makes it mean something different each time.
Σύννεφα και κρύβουν τ΄ άστραέτσι οι λύπες μας.Μαύρη νύχτα ξελογιάστρα-Σύννεφα και κρύβουν τ΄άστρα-έτσ΄ οι λύπες μας.Σύννεφα και συχνοβρέχουν-έτσ΄ οι λύπες μας.Ποταμοί τα δάκρυα τρέχουν-Σύννεφα και συχνοβρέχουν-έτσ΄ οι λύπες μας.Σύννεφα και θα σκορπίσουν-έτσ΄ οι λύπες μας. Ιωάννης Πολέμης, 1921
Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.