Ποιήματα
Κωνσταντίνος Καβάφης, 1937
A civil servant in Alexandria turns Greek history into a mirror for every reader who has failed at something or is tempted to give up. Read one poem a night, and it stays with you.
Pages from Ποιήματα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The trip you keep planning to somewhere better is a trip you have to pack.
Εἶπες ˚ «Θὰ πάγω σ’ ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ’ ἄλλη θάλασσα.Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπ’ αὐτή.Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτῆ ˚κ’ εἲν’ ἡ καρδιά μου -σὰν νεκρός- θαμένη.Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει.Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,ποῦ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα.»Καινούργιους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θάβρεις ἄλλες θάλασσες.Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾷςτοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾷς ˚καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ’ ἀσπρίζεις.Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -μὴ ἐλπίζεις-δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό. When the city you built your life in is leaving you, and how to stand at the window.
Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖἀόρατος θίασος νὰ περνᾶμὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—τὴν τύχη σου ποῦ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σουποῦ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σουποῦ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ φεύγει.Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πῶς ἦτανἕνα ὄνειρο, πῶς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς. The desires that never happened because of some small obstacle, and remembering them as if they had.
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σέναγυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιοτυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίεςεκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα. The job that pays well and quietly extinguishes you, and the day you say yes.
Τί συμφορά, ἐνῷ εἶσαι καμωμένοςγιὰ τὰ ὡραία καὶ μεγάλα ἔργαἡ ἄδικη αὐτή σου ἡ τύχη πάνταἐνθάρρυνσι κ’ ἐπιτυχία νὰ σὲ ἀρνεῖται·νὰ σ’ ἐμποδίζουν εὐτελεῖς συνήθειες,καὶ μικροπρέπειες, κι ἀδιαφορίες.Καὶ τί φρικτὴ ἡ μέρα ποῦ ἐνδίδεις(ἡ μέρα ποῦ ἀφέθηκες κ’ ἐνδίδεις),καὶ φεύγεις ὁδοιπόρος γιὰ τὰ Σοῦσα,καὶ πιαίνεις στὸν μονάρχην Ἀρταξέρξηποῦ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν αὐλή του,καὶ σὲ προσφέρει σατραπεῖες καὶ τέτοια.Καὶ σὺ τὰ δέχεσαι μὲ ἀπελπισίααὐτὰ τὰ πράγματα ποῦ δὲν τὰ θέλεις. An instruction for the day you're finally important, and the small man with the paper you shouldn't skip.
Κι ὅταν θὰ φθάσεις στὴν ἀκμή σου, Καῖσαρ πιὰ·ἔτσι περιωνύμου ἀνθρώπου σχῆμα ὅταν λάβεις —τότε πρὸ πάντων πρόσεξε σὰν βγεῖς στὸν δρόμον ἔξω,ἐξουσιαστὴς περίβλεπτος μὲ συνοδεία,ἂν τύχει καὶ πλησιάσει ἀπὸ τὸν ὄχλοκανένας Ἀρτεμίδωρος, ποῦ φέρνει γράμμα,καί λέγει βιαστικὰ «Διάβασε ἀμέσως τοῦτα«εἶναι μεγάλα πράγματα ποῦ σ’ ἐνδιαφέρουν»,μὴ λείψεις νὰ σταθεῖς· μὴ λείψεις ν’ ἀναβάλλειςκάθε ὁμιλίαν ἢ δουλειά· μὴ λείψεις τοὺς διαφόρουςποῦ χαιρετοῦν καὶ προσκυνοῦν νὰ τοὺς παραμερίσεις(τοὺς βλέπεις πιὸ ἀργά)· ἂς περιμένει ἀκόμηκ’ ἡ Σύγκλητος αὐτή, κ’ εὐθὺς νὰ τὰ γνωρίσειςτὰ σοβαρὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρτεμιδώρου. The small daily ways we let our own life become a stranger we don't want around.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,τούτο προσπάθησε τουλάχιστονόσο μπορείς: μην την εξευτελίζειςμες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς τηνστων σχέσεων και των συναναστροφώντην καθημερινή ανοησία,ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική. The summer night you try to remember and can only reach the colour of the eyes.
Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει —γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...Εκείνη του Αυγούστου — Αύγουστος ήταν; — η βραδυά...Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...Α ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί. The shabby room you'd be ashamed of, and the night you still get drunk on years later.
Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτωήρχονταν η φωνές κάτι εργατώνπου έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτιείχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλητα ηδονικά και ρόδινα της μέθης -τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώραπου γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά. An old letter you read until the light runs out, and then the street below.
Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρατων χρόνων με το δείχνει. Αλλ’ όμως κάπως βιαστικάήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως. A life laid out as two rows of candles, one lit and one gone cold.
Τοῦ μέλλοντος ἡ μέρες στέκοντ’ ἐμπροστά μαςσὰν μιὰ σειρὰ κεράκια ἀναμένα —χρυσᾶ, ζεστὰ, καὶ ζωηρὰ κεράκια.Ἡ περασμένες μέρες πίσω μένουν,μιὰ θλιβερὴ σειρὰ κεριῶν σβυσμένων·τὰ πιὸ κοντὰ βγάζουν καπνὸν ἀκόμη,κρύα κεριά, λυωμένα, καὶ κυρτά.Δὲν θέλω νὰ τὰ βλέπω· μὲ λυπεῖ ἡ μορφή των,καὶ μὲ λυπεῖ τὸ πρῶτο φῶς των νὰ θυμοῦμαι.Ἐμπρὸς κυττάζω τ’ ἀναμένα μου κεριά.Δὲν θέλω νὰ γυρίσω νὰ μὴ δῶ καὶ φρίξωτί γρήγορα ποῦ ἡ σκοτεινὴ γραμμὴ μακραίνει,τί γρήγορα ποῦ τὰ σβυστὰ κεριὰ πληθαίνουν. The beginner only sees how far the top is. His teacher names what he already stands on.
Τὸ μόνον ἄρτιόν μου ἔργον εἶναι.Ἀλλοίμονον, εἲν’ ὑψηλὴ τὸ βλέπω,πολὺ ὑψηλὴ τῆς Ποιήσεως ἡ σκάλα·κι ἀπ’ τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο ἐδῶ ποῦ εἶμαιποτὲ δὲν θ’ ἀναιβῶ ὁ δυστυχισμένος.»Εἶπ’ ὁ Θεόκριτος· «Αὐτὰ τὰ λόγιαἀνάρμοστα καὶ βλασφημίες εἶναι.Κι ἂν εἶσαι στὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο, πρέπεινἆσαι ὑπερήφανος κ’ εὐτυχισμένος.Ἐδῶ ποῦ ἔφθασες λίγο δὲν εἶναι·τόσο ποῦ ἔκαμες, μεγάλη δόξα.Κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτοπολὺ ἀπὸ τὸν κοινὸ τὸν κόσμο ἀπέχει. What if the window you keep looking for opens onto a light you can't bear?
Σ’ αὐτὲς τὲς σκοτεινὲς κάμαρες, ποῦ περνῶμέρες βαρειές, ἐπάνω κάτω τριγυρνῶγιὰ νἄβρω τὰ παράθυρα. Ὅταν ἀνοίξειἕνα παράθυρο θἆναι παρηγορία.Πλὴν τὰ παράθυρα δὲν βρίσκονται, ἢ δὲν μπορῶνὰ τἄβρω. Καὶ καλλίτερα ἴσως νὰ μὴν τὰ βρῶ.Ἴσως τὸ φῶς θἆναι μιὰ νέα τυραννία.Ποιὸς ξέρει τί καινούρια πράγματα θὰ δείξῃ. Κωνσταντίνος Καβάφης, 1937
A civil servant in Alexandria turns Greek history into a mirror for every reader who has failed at something or is tempted to give up. Read one poem a night, and it stays with you.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.