BookFeed Ελληνικά

Passages from Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919)

Pages from Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919) that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

Why standing at the edge of a drop can feel like peace.

Την ώρα π’ όλο το βουνό, μονόφωτο υψωμένο,στη φλόγα την ατάραχη που καίει του δειλινού,κρυφωριμάζει, ασάλευτο κι ωσά μεγαλωμένο,όλη τριγύρα τη βουλή του διάπλατου ουρανού,κι από ψηλά το πέλαγο διαφέγγει ώσμε τα σπλάχνα,θαμπωτικά λαμπάζοντας σε βάθη αστραφτερά,και τα καράβια ολάρμενα, μέσα στη σύχλιαν άχνα,μ’ όλα ανοιγμένα τα πανιά, κοιμώνται στα νερά,στ’ άγριο ρουμάνι, όθε φωτάν της άβυσσος τα μάκρη,καθώς ψυχής, τριγύρα μου δεν πνέει ανασασμός,ευφραίνομαι έτσι ατάραχος να κάθομαι άκρη άκρηκει που κρεμάει, στα πόδια μου, πεντάβαθος γκρεμός!
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

A heart that beats like a hammer, and a name called out all night.

«Καρδιά σφυρί – κι ο πόθος μας στο πάλεμα γυμνίτης.Στα μάτια Σου είμαστ’ έφηβοι· στον ίσκιο Σου παιδιά.Κι όπως η αηδόνα, στη βαθιά νυχτιά, “Ίτυς, Ίτυς, Ίτυς!”φωνάζει μες στον πλάτανον, όμοια για Σε η καρδιά!»Ποιος την ψυχή μάς άγγιξε; και ποιος την απαλαίνειτην αναπνοιά στα σπλάχνα μας, κρυφά, σα βρεφική;“Από τις Πύλες τις Σκαιές, αργοπερνά η Ελένη,κ’ οι γέροι ορθοί σηκώνονται μπροστά της, σκεφτικοί!”
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

A mountain that shakes, and a dance that turns a crowd into a ship.

Απ’ τα βαθιά του θέμελα, πλέριο τραντάζει το όρος.Κι ως, στων Μυστήριων τ’ άρρητα, το μένος σαν ξεσπά,τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος,και των οργίων το τύμπανο σα θεού καρδιά χτυπά,αιφνίδια, χαλκογόνατη τριγύρα μου μια νιότη,μες στου βουνού τ’ αδιάκοπο βαθύ μουκανητό,προβαίνει μ’ ανεπάντεχη γαλήνη και λαμπρότη,μ’ ένα τραγούδι ανάλαφρο, ψιλό, συγκρατητό!Μες στο χορό κριαρώνεται το γόνα με το γόνα–γεια σας! χαρά σας!–, δένονται τα χέρια τους σφιχτά,σάμπως τραβάν στα πέλαγα μαζί το θεόν Αγώνα,ένα καράβι από τη γη να πλέξει στ’ ανοιχτά!
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

What a person carries up a mountain can be a kind of blessing.

Αδερφικό το σάλεμα του δυνατού χεριού τηςσκορπίζει μέσα μου άξαφνα του ανθρώπου τον παλμό,κι απ’ την ανάπνοια, απάνω της που εστάθη, του χωριού της,ακούω στα σπλάχνα μου της ζωής ακέριο τον ψαλμό.Μπροστά μου στέκει, απάρθενα κομίζοντας τα δώρα,η απλή γυναίκα: το κρασί, το γάλα, το ψωμί.Γυμνή η χαρά, στον άνεμο της θείας κορφής, Πανδώρα,το πνέμα ακέριο αγνάντια μου, κι ακέριο το κορμί.
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

When joy stops being a feeling and becomes something your whole body does.

Βαθιά η ατίμητη ψυχή χαιρόντανε τον Ύμνο,πληθαίνοντας αδιάκοπα τον άγιο της σκοπό,καθώς η λέαινα, ξαπλωτή, σαν παίζει με το σκύμνο,του σπλάχνου της μονάκριβον ολόφωτο καρπό …Από τη φτέρνα ώς το λαμπρό μετάφρενο, όπως κρούειτο πόδι απάνω στο βουνό σα βρέφους σκιρτημός,όλο μου ακόμα το κορμί γεύεται, βλέπει, ακούει,θεία μύρα στα ρουθούνια μου κυλά ο ανασασμός …
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

A voice rises out of the chorus, and no one can say where it is going.

Ολούθε η άγια τους φωνή, γλυκιά, με περιβάλλει,σα δάσου βουή, σα μούρμουρον από ψηλό σπαρτό …Μα ξάφνου μια βαθύτερη φωνή, ιερή, μεγάλη,απάνω από τ’ ανάλαφρο πλατύ μουρμουρητό,σαν το κορμί, ξεβγαίνοντας μεμιάς, του Δήλιου δύτηπ’ από τα βάθη ανέβαζε τεράστιο τρυγητό,ή σαν από τα κύματα ξεσπώντας η Αφροδίτη,τραγούδι αρχίζει απάντεχο, ψιλό, συγκρατητό!Κι ο πόθος, που του στέκεται ψηλάθε αγωνοθέτης,δε λέει αν είν’ αρμένισμα ή αν είναι γυρισμός.Μα της Ελένης η ψυχή κ’ η θεία ψυχή της Θέτηςμες στη βοή του χύνεται, γαλήνιος ασπασμός.
— Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919), Άγγελος Σικελιανός (1918)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.