Ο φτωχός άγιος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1901
Στις αρχές του 1900, ο Παπαδιαμάντης γράφει για έναν φτωχό τσοπάνο που σπεύδει να προειδοποιήσει το χωριό του· μια ιστορία θυσίας, πίστης και αγάπης για την πατρίδα.
Pages from Ο φτωχός άγιος that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος ανακαλύπτει ότι κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν. Ένας άνθρωπος που ξέρει τη γη καλύτερα από κάθε άλλον.
Ἦτο μονοπάτι καὶ ἦτο κρημνός. ῾Ωμοίαζε μὲ τὸν κρημνόν καὶ μὲ τὸ μονοπάτι τοῦ δημώδους ᾄσματος. Ἀλλ’ ἐγνώριζεν αὐτὸς ἀπὸ μονοπάτια. Ἀπὸ τέτοια «δὲν ἵδρωνε τὸ μάτι του». Ἐπάτει τόσον ἐλαφρὰ εἰς τὴν γῆν, ὥστε δὲν ἄφηνε σχεδὸν ἴχνος. Εἰς τὸ ἐπίπεδον οἱ πόδες του ἔκοπτον ὡς τροχοί, εἰς τὸ κρημνῶδες προσεκολλῶντο ὡς ἀρπάγαι. Οἱ καλῶς ἐσφιγμένοι περὶ τὰ σφυρὰ καὶ φολιδοειδῶς ἀνερχόμενοι εἰς τὴν κνήμην ἱμάντες τῶν πεδίλων του ἦσαν ὡς πτερὰ εἰς τοὺς πόδας του. Ένας άγιος που χάθηκε από τη μνήμη — τι μένει από εκείνους που κανείς δεν θυμάται;
Ἄνθρωπος εἶχεν ἁγιάσει ἐκεῖ, ἔλεγον. Πῶς; Πότε; Μὲ τὴν ἐπιπόλαιον παιδικὴν περιέργειαν, δέν ἐξήτασα ἀρκετὰ καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ μάθω. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ παράδοσις ἔμεινεν ἀμυδρά καὶ τὰ καθέκαστα ἀπωλέσθησαν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος παρεδόθη εἰς λήθην. Κατὰ τὸ κοινὸν δὲ λόγιον «φτωχὸς ἅγιος δοξολογιὰ δὲν ἔχει». Ένας φτωχός άνθρωπος που νοιάζεται για τα λίγα που του ανήκουν.
Τῷ ὄντι οὔτε ἰδέα τοῦ ἦλθε τοῦ πτωχοῦ αίπόλου, τοῦ βόσκοντος ὀλίγας αἶγας εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ μπαρμπα-Δήμου νὰ τοῦ ρίψῃ τὴν σχοινίνην κλίμακα ἤ νὰ τοῦ καταβιβάσῃ, τὸν κάλων μὲ τὴν ἀρπάγην καὶ τὴν θηλειάν, δι’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ταράτσαν τοῦ φρουρίου ὁ παραγιός του κατὰ τὴν ἀφήγησιν τοῦ πυλωροῦ· ἁλλὰ πρῶτον ἤλπιζεν, ὅτι οἱ πειραταὶ δὲν θὰ ὑπωπτεύοντο τὸ παρ’ αὐτοῦ γινόμενον διάβημα, ἔπειτα αὐτός, ὅστις ἐγνώριζεν ὅλους τοὺς κρημνοὺς καὶ ὅλα τὰ μονοπάτια, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ σπήλαια καὶ τὰς κρύπτας, τὰς ἀνοιγομένας ἀνὰ τὰς βραχώδεις βορεινὰς ἐσχατιὰς τῆς νήσου. Ἐλυπεῖτο δὲ τὸ πτωχὸν αἰπόλιόν του, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς παρακαταθήκην ἐμπιστευθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τῆς φειδωλῆς μοίρας του πρὸς φύλαξιν. Πώς κρίνουμε τους ανθρώπους — από ό,τι έχουν ή από ό,τι κάνουν;
Ὁ κολίγας του, ὁ κὺρ Ἀναγνώστης, ὁ προεστός, δὲν ἦτο ἄνθρωπος μὲ ἀνοιχτὸ χέρι, βλέπεις, κι ἂν ὁ πτωχὸς τσόμπανος ἔχανε τὰς αἶγας του, ἦτο κατεστραμμένος καὶ πολλὰς ἐλπίδας δὲν εἶχε νὰ εὕρῃ, σερμαγιά, διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἄλλας. Ἔπειτα ὅλοι θὰ τὸν ὠνόμαζον ἀνάξιον. Ἐννόει αὐτὸς καλὰ ἀπὸ κόσμον, ἄς ἦτο καὶ αἰγοβοσκός. Καὶ τυχερὸς νὰ εἶσαι, κατάλαβες, καλὸ δὲν σοῦ λέγουν, μόνο «σοῦ κάνουν πρόσωπο» καὶ ἀπὸ πίσω σοῦ σκάβουν τὸ λάκκο˙ καὶ ἄτυχος νὰ εἶσαι πάλι, «τύφλα!» σοῦ φωνάζουν ὅλοι. Καὶ οὔτε ὠνειροπόλει ἀμοιβὴν ἤ μισθόν τινα, διότι κατὰ τὸ φαινόμενον προσέφερε μεγάλην ἐκδούλευσιν πρὸς τοὺς συμπατριώτας του, ἀναγγέλλων τὸν ἐπικρεμάμενον φοβερὸν κίνδυνον καὶ σῴζων ἐκ φόνου καὶ διαρπαγῆς ὁλόκληρον χωρίον. Αὐτὰ εἶναι -πῶς νὰ εἴπῃ τις;- «ἱερὰ πράγματα», καὶ ἄν ὑπάρχῃ ἀμοιβή τις, θὰ εἶναι ἀλλοῦ κάπου˙ εἶχεν ἀμυδρὰν τὴν συναίσθησιν ταύτην. Πώς προσεύχεσαι σε έναν άγιο που δεν είναι δικός σου;
Εἰσῆλθον εἰς σύδενδρον σκιερὸν ρεῦμα, εἰς θέσιν καλουμένην «Κρύο Πηγάδι», γείτονα τῶν «Τριῶν Σταυρῶν», ὅπου τὸ παμπάλαιον φρέαρ εἶναι στοιχειωμένον καὶ παρὰ τὸ χεῖλος αὐτοῦ οὐχὶ σπανίως ἐξέρχονται φαντάσματα, σὺν τοῖς ἄλλοις εἷς ἀράπης μὲ τὴν τσιμπούκαν, οὐχὶ ἄραψ μελαψός, ὅπως αὐτοί, ἀλλ’ αἰθίοψ παμμέλας. Ὁ γερο-Σολμάν, ὅστις ἐγνώριζε τὸ πρᾶγμα, τοὺς ἐπρότεινε καὶ ἔκαμαν ὅλοι, ἀνατέλλοντος τοῦ ἡλίου, εὐσεβῆ προσευχήν, κροτήσαντες τρὶς τὰ μέτωπα εἰς τὸ λιθόστρωτον, ἐπικαλούμενοι ἵλεων τὴν σκιὰν τοῦ ἀρχαίου ὁμοθρήσκου των, ὅστις, τίς οἶδε διὰ ποίαν ἁμαρτίαν, εἶχε μείνει ἔξω τοῦ Παραδείσου καὶ τὸ φάσμα του ἐξηκολούθει νὰ περιπλανᾶται εἰς τὴν μελαγχολικὴν ἐκείνην τοποθεσίαν. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1901
Στις αρχές του 1900, ο Παπαδιαμάντης γράφει για έναν φτωχό τσοπάνο που σπεύδει να προειδοποιήσει το χωριό του· μια ιστορία θυσίας, πίστης και αγάπης για την πατρίδα.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.