BookFeed Ελληνικά

Passages from Ο δωδεκάλογος του Γύφτου

Pages from Ο δωδεκάλογος του Γύφτου that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

To be truly free, first learn to rule yourself. Then give yourself away.

Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχονταςκι ο εξουσιαστήςτου θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σουγίνε δουλευτής.Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα,ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώναμεσα στο κανάλι του λαού·ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητουςτου μεγάλου έργου τού συντροφικού.Γρίκησε τι λέει το δέντροπου το κόψαν και το κάμανε καράβι:«Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστηη παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

What if the deepest thing you know is the one thing you've never managed to say?

Και μια μέρα μόνος βρέθηκαέξω από το βούισμα του κόσμου·σε μιας λίμνης άκρη, εγώ, ασυντρόφευτος,μόνος, εγώ και ο εαυτός μου·κι έβλεπα τα ολόστρωτα νερά,και μαζί τα βάθια τα δικά μου,κι άνθιζε άνθος μέσα στην καρδιά μουπιό απαλό για να το πω καημό,πιο βαθύ για να το κράξω έννοια·και τριγύρω αχνό το δειλινότην παιδούλαν ώρα κοίμιζεσε αγκαλιά μενεξεδένια.
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

He smashed his own fiddle. Then people saw him for what he really was.

Κι ενώ ακόμα και ο στριγγόλαλος ζουρνάςξεπαρθένευε ξεσπώντας και χαλούσε,έγειρα την όψη προς τη λίμνηπου θλιμμένα μου χαμογελούσε·και είδα μέσα της το πρόσωπο του γύφτουλαλητήαλλασμένο και ογκωμένο και πλατύκαι πανάθλιο κι από την ασκήμια,και ήτανε λαχάνιασμα και αγώναςκαι άμοιαστη φοβέρα,και δεν είχε αγαλματένιο τον ατάραχοκαι δεν είχε το δικό του τον αέρα.Το ζουρνά τον έκαμα συντρίμμια,και τον πέταξα στο δρόμο.
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

Some people sleep as if dead, and some die as if just travelling.

Κι άλλοι, σαν από μιαν άσβηστηδίψα, που τους είχε κάμεικάποια αχόρταγα στοιχειά,στέκαν άκρη στο ποτάμι,σα να ριζοβόλησαν εκεί,και γυρεύαν το ξεδίψασμασκύβοντας με την παλάμη,πότε με το στόμα ολοσκυφτοί.Κι άλλοι από ’ναν ύπνο, που έλεγεςείναι αξύπνητος, δετοί,κοίτονταν όπου τους έδεσεκαι όπως είχανε βρεθεί,και στης χέρσας γης την αγκαλιάκαι στα μαλακώτατα χορτάρια,και είχανε τα σκίνα για κλινάρια,τα στουρνάρια για προσκέφαλακαι ήτανε στις ακρορρεματιές,και ήτανε σε όχτους και σε τράφους,και ήτανε ως μπαλσαμωμένοικαι άλιωτοι νεκροί και λυτρωμένοικαι από πάθια κι από τάφουςκαι ήτανε σα να ταξίδευανπατρικά συντροφιαστοίαπό Χάροντα ευεργέτησε μιαν άλλη αμίλητη ζωή.
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

Growing up without parents isn't emptiness. It's a different kind of beginning.

Κι εγώ μέσα στο τρικύμισμακαι στη χλαλοή του κόσμου,άμαθος από πατέρακι άγνωρος από μητέρακι από κάθε χάιδιο ασκλάβωτος,έστεκα σαν κορφοβλάσταροδέντρου ακλάδευτου κι αγέραστουκι άκαρπου βαρίσκιωτου δεντρού.Καβαλάρης γυμνοπόδαροςμαύρης μούλας πεισματάρας,μόνος, μάντευα το είναι μου,(μήτε που άλλος θα το μάντευε κανείς),να τυλίγει φόρεμα το είναι μου,φόρεμα που τό ειχαν πλέξειαπό τις δροσοσταλίδεςτου ροδόφυλλου τα χέριαμιας Αυγής!
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

A mule refused the fates her parents gave her. The Gypsy calls that beauty.

Μαύρη μούλα, εσένα δε σε μοίρανετου πατέρα σου η αρχόντισσα η μοίραμε τ’ ολόμορφο λεβέντικο κορμί,«κι απ’ τη μάνα μου την καταφρονεμένητη γαλήνη, μου είπες, δεν την πήρακαι του δούλου δούλα εγώ δεν είμαι!»Το γνωρίζω, μαύρη μούλα μου, είσ’ εσύ!
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

Forgetting doesn't happen all at once. First you lose the goal, then the purpose.

Και ήταν σαν από μακρότατα,και ήταν σαν από μερόνυχτακι από χρόνια πεζοδρόμοι·και σα να ’χασαν το δρόμο τους,και μαζί μ’ αυτό σα να ’χασανλίγο λίγο και την έγνοια,λίγο λίγο και τη γνώμη,κι ύστερα και κάθε μνήμη,κι ύστερα και κάθ’ ελπίδα,και που δεν κρατούσαν πίσω τουςκαι που μήτε ξάνοιγαν εμπρόςμια πατρίδα.
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

You call down into yourself. Something else answers, and it sounds like a stranger.

Αλήθεια πως ζούσε σαν όλοι, και φαινότανπως έκανε ό,τι κι οι άλλοι· απότομα δεσηκώνονταν για να χτυπήσει τους νόμουςτου λογικού· στην καρδιά του, κι όχι στοκεφάλι του, φώλιαζε η αρρώστια.ΒYRON (Λάρας)Τα πραγματικά μ’ αηδιάζουν, και ταιδανικά δεν τα βρίσκω.
— Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, Κωστής Παλαμάς (1907)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.