Φυλλάδες του Γεροδήμου
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A sharp, funny, moving collection of vignettes about Greek life and character, told by a master of demotic prose who believed the language of the people could carry the weight of literature.
Pages from Φυλλάδες του Γεροδήμου that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A love so fierce it would rather drown than be captured.
— Τρέχα λοιπόν, ίσια στη θάλασσα. Βάρκα δεν έμεινε, έφυγαν όλες και πάνε. Ίσια στο γιαλό, και μας πιάσανε. Σκλάβα θα σε πάρουν, καημένη, κι αλλοίμονό σου! Στο γιαλό, στο γιαλό, κι ο Θεός μαζί μας! Έτσι, γεια σου, στα βαθιά τα νερά. Στάσου μια στιγμή. Το Κωσταντινάτο σου! Πού είναι το Κωσταντινάτο σου; Στα χέρια μου, στα χέρια μου βάλ’ το. Όχι, φίλησε το πρώτα. Δώσ’ μου το τώρα και μένα να το φιλήσω. Η μάνα! Πού να είναι η μάνα! Αχ, την πρόφταξαν την ταλαίπωρη! Βλέπε βλέπε πίσωθέ της να βρει το γέρο, την έπιασαν τα σκυλιά! Δε θα της χαρίσουν τη ζωή της κακόμοιρης! Έννοια σου, μανούλα, κι ερχούμαστε, μη λυπάσαι. Βούτηξε τώρα, Μαριώ μου, αγάπη μου! Βούτηξε και μας σημαδεύουν. Έμπα και συ, χρυσό μου Κωσταντινάτο, και κρύψου στη θάλασσα. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Μα θα ’ρθει, θα ’ρθει η ώρα σου… What the night looks like to a child walking through it with a lantern.
Πήραμε το φανάρι, και βγήκαμε. Στον ουρανό λαμπρή ξαστεριά κάτω στη γης, σκοτάδι βαθύ. Περνούσαμε τους στενούς δρόμους αμίλητοι σα φαντάσματα. Έτρεμα από το κρύο, κι από την κρυάδα της νύχτας εκείνης. Ο χειμώνας συντρόφευε με το Κόλι, να με τρομάξουν. Άκουγα το μουγκρητό και περπατούσα βιαστικά και με ψεύτικο θάρρος. Και μόνο παρηγοριούμουν κι ησύχαζα σαν έπεφταν του φαναριού οι αχτίδες σε κανέναν τοίχο, σε καμιά πόρτα που γνώριζα. Μου φαινότανε σαν κάποιος φίλος που μου ’λεγε, —Κοντά σου είμαι, και μην τρομάζεις. He spent decades in a school and calls it a grave. He's not entirely joking.
Τέτοιο φάντασμα δεν είδες μαθές; Δεν ξαπλώθηκες ποτέ σου σε τέτοιον τάφο; Καλότυχος άνθρωπος! Δεν είδες λοιπόν δάσκαλο, δεν πήγες ποτέ σου στο «Ελληνικό»! Εγώ καθώς βλέπεις, έμεινα εκεί ξαπλωμένος τέσσερα χρόνια. Τι λέγω τέσσερα! Άλλα δεκατέσσερα, κι άλλα είκοσι τέσσερα χρόνια, ώσπου πέρασε κάποιος και μου πάτησε το πόδι, και πήδηξα και με το συμπάθιο, βλαστήμησα, κι από την ομιλία μου το κατάλαβα πως δεν ήμουνα πεθαμένος, μόνο πως ονειρεύουμουν τόσα χρόνια! Κρίμα, κρίμα στα εξήντα μου χρόνια! Πού να τα ξανάβρω πια τώρα! You only truly see your homeland once you've had to leave it.
Πατρίδα μου, τι αθάνατο πράμα είναι αυτή η ομορφιά σου. Πρέπει άνθρωπος να σε στερηθεί, να καταλάβει την αιώνια σου χάρη! να γεράσει στα ξένα, και να ξανάρθει στην αγκαλιά σου, να ξανανιώσει. Πατρίδα, χρυσή αγαπητικιά μου! καμιά χώρα δεν έχει τα κάλλη σου, την αγήρατη νιότη σου! Σε πλημμύρισε το αίμα, σε ρήμαξαν αμέτρητες συφορές, και συ ωστόσο ακόμα χαμογελάς, καθώς όταν ένας Πραξιτέλης σε κοίταζε, και χάραζε όλη σου τη ζωή και τη χάρη απάνω στα ψυχρά σου τα μάρμαρα. Βασίλεια στήθηκαν και γκρεμίστηκαν, πίστες άλλαξαν, αμέτρητα θεριά πέρασαν από τις βασιλικές σου τις θύρες, με χαλάσματα σε σκέπασαν και με κόκαλα σ’ έσπειραν, και συ ωστόσο τέτοιαν ώρα δέχεσαι την Αφροδίτη στην αγκαλιά σου, και γλυκοπαίζεις μαζί της μέσα στην ασημένια λάμψη του φεγγαριού σου. When a nation gets tired of chewing on mummies, it demands a real meal.
Κι έτσι, μας παράδωσαν οι φίλοι το κάστρο χωρίς να το νοιώσουν. Η μόνη φιλολογία που έχουμε ως την ώρα, και που της αξίζει τ’ όνομα, είναι φιλολογία ποιητική. Άρχισε τώρα κι η σειρά της άλλης. Το Έθνος πεινάει, και γυρεύει τώρα φαΐ. Ζητάει να διαβάσει, και διαβάζοντας να γελάσει, να κλάψει, να μετανιώσει, να θυμώσει, ν’ αγριέψει, να πολεμήσει, αν είναι ανάγκη. Πιάνει λοιπόν από το λαιμό τους μαγείρους που του νεροβράζανε μούμιες τόσα χρόνια, και τους φωνάζει·—Για όνομα του Θεού, φτάνουν οι μούμιες! Ψήστε μου κι έν’ αρνί στη σούβλα να φάω Δώστε μου τη θροφή που ζητάει ο πεινασμένος μου νους! Χύστε αίμα καθάριο στις στεγνωμένες μου φλέβες! Ρωμιό μ’ έκαμε ο Θεός, ρωμαίικο χώμα πατώ, ρωμαίικο αέρα ανεσαίνω, — πώς θέλετε να τα χωνεύω τα ολόστεγνα ξεροπέτσια που μου ξεθάβετε! Even when you're small, the world is already full of quiet sorrows.
Περνούσαν ωστόσο τα χρόνια. Τον ένοιωθα πια τώρα τον εαυτό μου. Ήξερα πως είμαστε φτωχοί, πως έπρεπε να δουλεύει άνθρωπος για να ζήσει, πως γι’ αυτό δούλευε η μάνα μου, και πως σα μεγαλώσω θα δουλεύω κι εγώ. Δηλαδή το ’ξερα, καθώς ήξερα πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και βουτάει στο πέλαγο. Το γιατί τους δεν το απείκαζα· το γιατί γλυκοχαράζει κατόπι, κι αυτό όχι πάντα. Στα παιδιακίσια τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνουνται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτις άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δε νοιώθουμε κόσμο. Παιδί δεν είναι που δε σκαρώνει ένα μικρόκοσμο γύρω του, με τους φίλους του, με τους εχτρούς του, άλλους να του ζητούνε δανεικά, άλλους να τόνε ζουλεύουν, άλλους να τον κατατρέχουν, κι άλλους να τόνε διαφεντεύουν. Παιδί δεν είναι που δεν έχει τις συλλογές του, τις πίκρες, τις στενοχώριες. The moment a man realises the worst has already happened.
Πήδηξα κάτω άμα γλυκόφεξε. Ψυχή πια τώρα τριγύρω. Μήτ’ από το χωριό δεν ήρχουνταν κανένα βοητό, καθώς τη νύχτα. Άρχιζαν και κελαηδούσαν τα πουλιά σα να μην έτρεξε τίποτις. Πήγα προς τον γκρεμνό. Σαν το γίδι κατέβηκα. Κατεβαίνοντας κοιτάζω δυο ασπριδερά πράματα κάτω κάτω. Μου ήρθε ζάλη, και θα ’πεφτα δίχως άλλο, μόνο που πιάστηκα απ’ έν’ αγριόκλαδο. Σιγά σιγά φτάνω κάτω, με χέρια ματωμένα, φορέματα ξεσκισμένα, καρδιά μαύρη και σκοτεινή. Δεν το πίστευα πως ήταν η Χριστίνα εκείνη, με το μικρό της σφιγμένο ακόμα στην αγκαλιά της. Α δεν ήταν από τα ρούχα της, α δεν ήταν από το σφιγμένο μικρό, πού να το φανταστώ πως ο ματοκυλισμένος εκείνος κι ο χωματιασμένος ο βώλος ήταν — η γυναικούλα μου! A man watches others wash their hands and wonders what stains won't come out.
Περνάει η ώρα ωστόσο. Ας ξεκινήσουμε παρακάτου. Μπορούσαμε να περάσουμε ώρες κι ώρες ανάμεσά τους. Μπορούσαμε να πάμε κατά το Τζαμί και να τους βλέπουμε να πλένουνται, να πλένουνται μπροστά στις αραδιασμένες βρυσούλες, να τρίβουν τα ματωμένα τους χέρια, να ξαναπλένουνται και να τα ξανατρίβουν, και πάλι να μη βγαίνουν οι καταραμένοι λεκέδες! Μπορούσαμε και στην προσευχή τους να πάμε, να δούμε τι λογής Θεός είναι που τους ακούει και δεν τους πλακώνει με μύριους σεισμούς. Μα φίλε μου, δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Με την άδειά σου λοιπόν, την αφήνουμε την Καταμεσινή την Ασία και περνούμε κατά τα δικά μας τα κατατόπια. Καλή η διασκέδαση απάνω εδώ, μα κι ο καθάριος αέρας καλύτερος. Πάγω να σκάσω. Η βόχα με τάραξε. Αέρα, αέρα, κι ας είναι και σκλαβωμένος. He calls a living body a graveyard. He is not wrong.
Τώρα που είμαι σφίγγα, και βλέπω από κοντά τους πόρους του κιτρινιασμένου του πετσιού σου, μου έρχεται αληθινή τρέλα, μα την αλήθεια. Τώρα που είναι πιο ψιλοκαμωμένη η μύτη μου, ίλιγγας μου έρχεται σα σε μυρίζω από κοντά. Τι κακό είναι τούτο! Τι απέραντο κοιμητήριο στραγγισμένο μέσα σ’ ένα κορμί! Για να γεννηθείς εσύ και να κάθεσαι μπροστά μου αυτή την ώρα, έπρεπε να το ’χουνε γεμισμένο κιβούρια εκείνο το κοιμητήριο! Αν μπορούσες να μυρίσεις το αίμα σου, θα σ’ έπνιγε η μυρουδιά του πρι να προφτάξεις να πεις κανενός να το χύσει. Μα η μύτη σου, να με συμπαθήσεις, τόσο μακριά δεν πηγαίνει. Έτσι κι η βρομόμυγα που ζει απάνω στην κοπριά, τη νοστιμεύεται αντίς να τη σιχαθεί. Πώς να τη σιχαθεί, που είναι αίμα της και ζωή της! Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A sharp, funny, moving collection of vignettes about Greek life and character, told by a master of demotic prose who believed the language of the people could carry the weight of literature.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.