Φωτεινός
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1879
A journey through cyclical suffering and fragile moments of transcendence. A meditation on what remains when everything else dissolves.
Pages from Φωτεινός that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
When vengeance burns so fiercely it threatens to consume the soul, what becomes of the father?
Καὶ δυὸ σκιάδες πάραυτα ὠρμήσανε κι ἁρπάξαντὰ βόιδια πού ῾ταν στὸ ζυγό. Δυὸ ἄλλοι τὸν ἀδράξανκ᾿ ἐδέσανε τὸ χέρι του στὸ φοβερὸ χερούλιμὲ τὴ σφεντόνα πωὕρανε. Ὕστερα μὲ τὴ σκούλη,ἀρχίσαν, τοῦ κοντόσπαθου, ἀργὰ νὰ πελεκᾶνετ᾿ ἀντρειωμένα δάχτυλα καὶ νὰ περιγελᾶνε.Ὅλο τ᾿ ἀλέτρι ἐβάφηκε· τὸ μαῦρο τὸ παιδί τουστὸ χῶμα δίπλα ἐμούγκριζε, σὰν νά ῾βγαινε ἡ ψυχή του.K᾿ ἐκειὸς ὁ γέρο δράκοντας χωρὶς οὔτε ν᾿ ἀχνίσῃἐκύτταζε τὸ αἷμα του ποὺ πότιζε σὰ βρύσητὴ γῆ του τὴν ταλαίπωρη, καὶ μέσα στὴν καρδιά τουμὲ μιᾶς ἀστράφτουν τὰ παληὰ τ᾿ ἀνδραγαθήματά του,κ᾿ ἐσπιθοβόλησε στὸ νοῦ χρυσόφτερ᾿ ἡ ἐλπίδαμὲ τὴ δική του ἐκδίκηση νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. What becomes of a wish when the ground beneath it begins to crack?
Καὶ στὰ στερνὰ τὰ λόγια του ἔνοιωσε ὁ ζευγολάτηςὅτι ἕνα δάκρυ ἐνότιζε τ᾿ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ τουκι ὁλόρθες ἀναδεύοντο οἱ τρίχες τοῦ κορμιοῦ του.- Ἂν ἐξεράθη τὸ κλαρί, πάντα χλωρὴ εἶν᾿ ἡ ρίζακαὶ μένει πάντα ζωντανὸ ἢ ρόδι φάγ᾿ ἡ βρίζααὐτὸ τὸ βόιδι τὸ μανό, π᾿ ὅσο βαθειὰ ρουχνίζειτόσο εὔκολα μυγιάζεται κι ἀνεμοστροβιλίζεικαὶ ποὺ τὸ κράζουνε Λαό. Θὰ σπάσῃ τὸ καρίκικαὶ θὰ προβάλῃ μὲ φτερὰ μία μέρα τὸ σκουλήκι.Τότε, πουλὶ τὸ σερπετό, ποιὸς ξέρει ποὺ θὰ φτάσῃ!... When the sacred and the mundane collide in a coastal landscape, which spirit takes precedence?
Φωλιάζουν οἱ σταυραϊτοὶ στοῦ βράχου τὰ στεφάνια,ἐφώλιασε κι ὁ Φωτεινὸς στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ Κόντρου.Τέσσαροι τοῖχοι κάτασπροι, ὁ κάτοικας, τ᾿ ἀχούρι,ἡ μάντρα γιὰ τὰ πρόβατα, μιὰ δεκαριὰ κυβέρτια,πλατύς, καθάριος ὀβορός, ζωσμένος διπλολίθι,ὅπου ἐπρασίνιζε πυκνὸς ὁ νύλακας, τὸ μύρτο,τ᾿ ἁγιόκλημα, ἡ μελετινή, κι ὅπου ἅπλωνε ἕνας φράξοςτὰ δροσερὰ κλωνάρια τοῦ σφιχτὰ περιπλεγμέναμ᾿ ἕνα φτακοίλι καρπερὸ καὶ μ᾿ ἕνα βοϊδομάτη:εἶν᾿ τὸ βασίλειο τοῦ φτωχοῦ. Τ᾿ ἄρεσε πάντα ἐκεῖθενὰ χαίρεται τὴ θάλασσα, π᾿ ὅσο πλατύτερ᾿ εἶναιτόσο σοῦ κλέφτει τὴν καρδιά, τόσο τὸ νοῦ σου πνίγει. How do creatures find their own boundary when the grand horizons call them toward conflict?
Δὲν εἶναι κρῖμα, δυὸ στοιχειά, ὁ Φωτεινὸς κι ὁ Φλῶρος,ποὺ πεταχτὰ δρασκέλιζαν ἀπὸ τὸ Μέγα Ὅροςὡς τὴν κορφὴ τοῦ Σύκαιρου, κι ὁποὺ εἴχανε σεντόνιτὴ νύχτα τὸ δροσόπαγο, προσκέφαλο τὸ χιόνι,π᾿ ἄλλη δὲ γνώρισαν στρωμνὴ παρὰ χλωρὰ γρυπάριαοὔτ᾿ ἄλλη ἐλάβαν σκεπαστὴ παρ᾿ ἄγρια πρινάρια,τώρα νὰ λὲν γιὰ πόλεμο καὶ νὰ μιλοῦν γιὰ νίκηστρωμένοι ἐπάνω στὴ γωνιά, τῶν Σφακιωτῶν οἱ λύκοι; When survival demands a rejection of beauty, what essential pieces do you keep?
Καὶ τὤδωσε τὸ χέρι του καὶ τὴν εὐχή του ὁ γέρος.Ἀπὸ τὰ τότε ἡμέρεψε. Εἶχεν ἀρχίσει ὁ θέροςκ᾿ ἐζήλεψε χερόβολα κι ἀθεμωνιὲς κι ἁλώνι.Εἶδε οἱ καιροὶ πού ῾σαν κακοί, φαρμακεμέν᾿ οἱ χρόνοι,ὁλόγυρά του συγνεφιά... Χίλιων λογιῶν θερίαἐξέσχισαν τὸ γένος του καὶ παντοχὴ καμμία.Συντρίμματα καὶ χαλασμοί. Γαῦρα παντοῦ καὶ λύσσα!Κανένα γλυκοχάραμμα, νύχτα, σκοτάδι πίσσα. When a wandering soul seeks wisdom in isolated places, what truths does silence reveal?
Ἦρθε στὴν Κόκκινη Ἐκκλησιά, ἑξήντα χρόνους πίσω,ἕνας σοφὸς καλόγερος φευγάτος ἀπ᾿ τὴν Πόληκι ἔμειν᾿ ἐκεῖ κι ἀσκήτευσε. Τὸν ἔκραζαν Νικήτα.Ἤξερε γράμματα πολλὰ κ᾿ ἐγιάτρευε τοῦ κόσμου,μὲ ξόρκια καὶ μὲ βότανα, τὰ χίλια μύρια πάθη:τὸ ρίμα, τὸ κακὸ σπυρί, τὴ φάγουσα, τὸ λέφα,τὸ μαλαθράκι, τὸ καρφί, τὴ λιόκριση, τὴ λύσσα.Στὸ πρόσταγμά του τὰ κουφὰ ἐφεύγανε, οἱ ἀκρίδες,ἀπὸ τὰ πρόβατα ὁ χαμός, ἀπὸ τὰ γίδια ὁ ἴσκιος. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1879
A journey through cyclical suffering and fragile moments of transcendence. A meditation on what remains when everything else dissolves.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.