Αρφανούλα
Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, 1900
In early-1900s Athens, a hardworking orphan builds a hat-making business while her indolent brother quietly dismantles it. A story about who gets to be called unfortunate.
Pages from Αρφανούλα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A giant rattle is set at the front of the toy table to announce the holiday.
Οὕτω λοιπὸν ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, μὲ τὴν πονηρίαν του καὶ μὲ τὴν φυσικὴν ἀγαθότητα τῆς Ἀρφανούλας τὰ κατάφερε πάλιν· καὶ τὸν εἴδομεν τὴν παραμονὴν τῆς πρωτοχρονιᾶς πρωῒ − πρωΐ, παρὰ τὸ Ἅγιον Βῆμα τῆς Καπνικαρέας, ἐμπρὸς εἰς μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα εὐθηνὰ ἀθυρμάτια, στρέφοντα, τῇ συμβουλῇ τοῦ θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν ἐκεῖ θρηνητικῶς, πρώτην − πρώτην αὐτήν, ὡς τὸ ἐγερτήριον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς ὁδοῦ, τὴν τρελλὴν ἐκείνην ἡμέραν. An old man with a wooden leg prices his toys like a priest chanting the liturgy.
Καὶ ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς μὲ τὸν ἕνα ξύλινον πόδα του, μὲ δύο ξύλινα ραβδία ἐπιστηριζόμενος ἐπροχώρει πρὸς τὴν τράπεζαν, ὅπου ἡ Ἀρφανοῦλα ἐτακτοποίει ἀκόμη τ’ ἀθύρματα· ἔκυψε τὴν τριγωνικὴν μεγάλην κεφαλήν του − τὴν βάσιν πρὸς τὰ ἄνω καὶ τὴν κορυφὴν τοῦ τριγώνου πρὸς τὰ κάτω − ἀκούμβησεν εἰς τὰ δύο ξύλινα ραβδία του, ὡς νὰ ἤθελε νὰ εἰπῇ τὸν Ἁη − Βασίλην, καὶ ἤρχισεν ἀμέσως ν’ ἀπαριθμῇ τὰς τιμὰς τῶν διαφόρων ἀθυρμάτων πρὸς τὸν ἐκθάμβως χαίνοντα ἀνεψιόν του. Οἱ γαμπροὶ ἐδῶ οἱ ξύλινοι, μιὰ δραχμὴ ὁ ἕνας, ᾑ νύμφες αὐταῖς ἕνα δίδραχμο. Τὰ κουκλάκια τριάντα λεπτά! The garden is failing, and he sits in the middle of its beauty remembering books.
Ἡ φράουλα μετά τινα ἔτη εἶχε διαδοθῇ καὶ εἰς ἄλλα προάστεια. Τὸ δὲ μεγαλείτερον κέρδος τοῦ περιφήμου κήπου τοῦ γέρω−Λαχανᾶ ἐμειώθη. Ἐμειώθη καὶ τὸ μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι πρὸς τούτοις εἶχον καταστρέψει μέρος τοῦ περιβολίου, ἀφορία δὲ ἄλλη καὶ ξηρασία ἔβλαψαν τὰ λαχανικά. Τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ἔδωκε μίσθωμα ὁ ἐνοικιαστής. Ὁ Σπῦρος ἐκάθητο μίαν πρωΐαν ἀνοίξεως συλλογισμένος. Εἰς τὸ προαύλιον τοῦ οἰκίσκου των τοῦ ἐξοχικοῦ διεχύνοντο μεθυστικὰ ἀρώματα διαφόρων ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ παραπέρα ἔλαμπον εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου μὲ ἀνεκλαλήτους χρωματισμούς, ὀνειρώδους λειμῶνος Ζωΰφια ἐβόμβουν κύκλῳ, πτηνὰ ἐκελάδουν ἐπὶ τῶν δένδρων. Ὁ Σπῦρος ἀνεπόλει διαφόρους ἀναγνώσεις του, θεωρῶν τὰ περὶ αὐτὸν φαιδρὰ ἀντικείμενα. A wooden-legged old man is hailed as a miracle-worker of the suburbs.
Ἡ Ἀρφανοῦλα ἐχάρη κ’ ἐδόξασε τὸν Θεόν. Πρώτην φορὰν ἔβλεπε αὐτὸ τὸ θαῦμα, τοῦ ὁποίου ἐργάτης βεβαίως ἦτο ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς ὁ Ξυλοπόδαρος, ὁ νέος θαυματουργὸς τῶν Σεπολίων μὲ τὸν ξύλινον πόδα του καὶ μὲ τὴν ὡς ραβδίον πλήττουσαν ξύλινην φιλοσοφίαν του. The wind turns northeast, and the toy stalls start covering their goods like corpses.
Ὁ ἄνεμος ἐτράπη πρὸς τὸ βορειοανατολικὸν τοῦ ὁρίζοντος καὶ μετ’ ὀλίγον βροχὴ δαρτὴ ἤρχισε νὰ πίπτῃ. Θόρυβος ἐπηκολούθησε τότε καὶ ταραχὴ μεγάλη εἰς τὰς πέριξ ἐκεῖ ἄλλας τραπέζας τῶν παιγνιοπωλῶν, καὶ φωναὶ καὶ βλασφημίαι ἠκούσθησαν. Ἄλλοι μὲ λευκὰς σινδόνας ἐσκέπαζον τὰ πρὸς πώλησιν ἀθύρματα, ὡς νὰ τὰ ἐσαβάνοναν, καὶ ἄλλοι εἰσεκόμιζον τὰς τραπέζας των εἰς τὰ ἐγγὺς ἐμπορικά. Οἱ ἔμποροι, ἀπηλπισμένοι συνέκρουον τὰς χεῖράς των ὡς οἱ σταφιδοκτήμονες, βραχείσης τῆς σταφίδος. Οἱ ὑπάλληλοί των ἐγελοῦσαν σκαστά. A city's taste for pretty fakes can be a business opportunity.
Κατὰ δὲ τοὺς περιπάτους του ἐν Ἀθήναις ἀνεκάλυψεν ὅτι τὸ ἀρτιπαγὲς ἐμπόριον τῶν γυναικείων πίλων καὶ ψευδοσταφάνων θὰ προέβαινεν εἰς θαμβωτικὴν προκοπὴν εἰς μίαν πόλιν ὅπου τὰ ἀθύρματα καὶ τὰ ψεύδη τιμῶνται πολὺ ἀκριβώτερα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ σταθερότητα, καὶ εἰσήγαγε τὴν Ἀρφανοῦλαν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῶν γυναικείων πίλων καὶ ψευδοστεφάνων, ὅπου ἡ δροσογενὴς Σεπολιώτισα δεξιὰ τὸν νοῦν, μὲ δύο μαῦρα μάτια, ὡς τοῦ ἀστρείτου τοῦ ὄφεως παίζοντα, ἐγένετο μετ’ ὀλίγα ἔτη ἀρχιεργάτρια, αὐτὴ δίδουσα ὅλα τὰ σχέδια τῶν πίλων καὶ ψευδοστεφάνων. She learned design from ivy and jasmine before she ever met a pattern book.
Ἀπὸ μικρὰ ἡ Ἀρφανοῦλα βλέπουσα τοὺς θαυμασίους συνδυασμούς τῶν χρωμάτων εἰς τὰ ἀγριολούλουδα τῶν Σεπολίων· μελετῶσα τὰς ὡραίας καὶ καλλιτεχνικὰς συμπλοκὰς καὶ περιπτύξεις κισσῶν καὶ γιασεμιῶν, ἁγιοκλήματος καὶ ἀγριάμπελης, ἐμβαθύνουσα δ’ εἰς τὰ μυστήρια τῶν ἀνθοφόρων κλάδων τοῦ κήπου των, κατήρτιζε, σύν τῇ μικρᾷ συνδρομῇ τῶν εὐρωπαϊκῶν φιγουρινίων, θαυμάσια συμπλέγματα ψευδοστεφάνων καὶ ὑπέρκαλα στολίσματα ἀνθοφόρων πιλιδίων. Καὶ εἶχεν ἡ Ἀρφανοῦλα τὸ σχέδιον, σύμφωνα μὲ τὰς ἰδέας τοῦ μπάρμπα−Σταυρῆ, μὲ τὸν καιρόν, ν’ ἀνοίξῃ ἴδιον ἐργοστάσιον, ὥστε νὰ μὴ καρποῦται ἄλλος τὰ κέρδη τῆς εὐφυΐας της. The sister decides to leave her brother, but only stops feeding him, not clothing him.
Οὔτε ὁ γέρως ὅμως ἔπεφτεν, οὔτε ἡ βουλὴ διελύετο. Μόνον τὰ ἱμάτια τοῦ Σπύρου διελύθησαν εἰς ράκη ἀπὸ τῆς ἐπονειδίστου «ἀεργίης». Ἡ Ἀρφανοῦλα πεισθεῖσα εἰς τὰς συμβουλὰς τοῦ «γέρω−Νίκου» τῶν Σεπολίων ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταλίπῃ πλέον τὸν ἀδελφόν της. Μόνον τὸν ἔτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμὴν διὰ τὸ καφενεῖον, τίποτε. Κατ’ ἀρχὰς ἐκεῖνος ἤρχισε νὰ τὴν ἀπειλῇ, ζητῶν νὰ μοιράσουν τὴν πατρικὴν κληρονομίαν, τὸν παμπάλαιον οἰκίσκον τῶν Σεπολίων. Τὸν περίφημον κῆπον εἶχε μεταβάλει ὁ Κηφισσὸς εἰς κοίτην του. Ἐδέχετο δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μαζί της, ἂν τοῦ ἔδιδεν ὀλίγα κεφάλαια ν’ ἀνοίξῃ ἕνα ἐμπορικάκι, ἐκεῖ κατὰ τὴν Ἁγίαν Μαρίναν. One sibling is a strawberry pioneer; the other is a bramble with a single branch.
Ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, τοῦ περιφήμου κηπουροῦ τῶν Σεπολίων, ὅστις πρῶτος ἐκαλλιέργησε φράουλαις ἐν Ἀθήναις, λαβὼν τὸν σπόρον ἀπὸ τὰ ἐξακουστὰ περιβόλια τοῦ Βοσπόρου, ἦτο πρεσβύτερος ἀδελφὸς τῆς Ἀρφανούλας. Ἀλλ’ ὅσον αὐτὸς ἦτο πλαδαρὸς καὶ ξεβιδωμένος καὶ ἄγαρμπος σἂν μονόκλαδος βάτος, τόσον ἡ Ἀρφανοῦλα ἦτο ἐπιδέξια καὶ δραστηρία εἰς κάθε ἔργον της ἐπισπῶσα τὴν συμπάθειαν καὶ τοὺς ἐπαίνους. Some mornings the weather has already decided the mood of the whole street.
Ὁ καιρὸς ἦτο τῳόντι βροχερός. Ἂν καὶ προέβη ἡ ἡμέρα, οὔτε μία ἀκτὶς ἡλίου δὲν εἶχε λάμψει ἀκόμη. Ὑγρασία παγερὰ κατέβαινεν ἀπὸ τοὺς βρεγμένους τοίχους τῶν ὑψηλῶν οἰκιῶν, ἐνῷ ἄλλη παγερωτέρα ἀνέβαινεν ἀπὸ τοῦ μουσκευμένου ἐδάφους τῆς στενοχωρημένης αὐτῆς μεγάλης ὁδοῦ. Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, 1900
In early-1900s Athens, a hardworking orphan builds a hat-making business while her indolent brother quietly dismantles it. A story about who gets to be called unfortunate.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.