Από τον Προμηθέα Λυόμενο
Πέρσι Σέλλεϋ, 1820
Shelley's verse drama of the Titan who stole fire and refused to kneel. Tyranny, endurance and the earth itself speaking back.
Pages from Από τον Προμηθέα Λυόμενο that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
He dares the tyrant to empty every wound and plague on him at once.
Πονηρέ, σ’ ἀψηφῶ! μ’ ἤσυχο νοῦ προσηλωμένοςσὲ προκαλῶ γιὰ τὸ κακό μου, ὅ,τι μπορεῖς, νὰ πράξῃς·τύραννε ἀχρεῖε καὶ στῶν θεῶν καὶ τῶν θνητῶν τὸ γένος,μόνη μιὰν ὕπαρξη ποτὲ δὲ μέλλεις νὰ ὑποτάξῃς.Τὲς πληγές σου λοιπὸν ἄδειασ’ ἐπάνω μου βροχή,ἀνάκουστες ἀρρώστιες, ξεφρενιάστρα ταραχή,καὶ κάμε νὰ μὲ κατατρῶν μ’ ἀδιάκοπη ἀλλαγὴπότε στιὰ πότε πάχνη, καὶ ἡ δική σου ἂς γίνῃ ὀργὴἀστροπελέκι, ἀψὺ χαλάζι κ’ Ἐριννύων ἀσκέριαποῦ νὰ περνοῦν λαβόνοντάς με ἐπάνω στ’ ἀγριοκαίρια. His last weapon isn't a sword; it's a curse meant to burn like molten gold.
Μὰ ὦ ἐσύ, ποῦ ’σαι ὁ Θεὸς καὶ ὁ Κύριος, ποῦ γεμίζειςμὲ τὴν ψυχή σου τὸν πικρὸ κόσμο καὶ σὲ τρομάρακαὶ σὲ λατρεία γήϊνα καὶ οὐράνια, ὅλα γονατίζεις,ὦ ἐχτρέ, π’ ὅλα νικᾷς, Ἐσύ, νἄχῃς μου τὴν κατάρα.Στὰ νύχια, αὐτὴ ἡ κατάρα ἑνὸς ποῦ πάσχει, ἂς σὲ κρατῇσὰν ἄϋπνος ἔλεγχος ἐσένα τὸ βασανιστή,ὣς ποῦ νὰ γένῃ τ’ Ἄπειρό σου γύρω σου φριχτὸἐντύμα ἀπὸ φαρμακωμένο ψυχομαχητό,καὶ ἡ Παντοδυναμία σου, στέμμα καημοῦ, νὰ ζώνῃσὰ φλογιστὸ χρυσάφι τὸ μυαλό σου ποῦ θὰ λυόνῃ. A single cry, and a sailor dies of fright on a mad sea.
Στὰ Ἰνδικὰ κύματα δὲ φέραμε προτοῦποτέ μας τὸν ἀχὸ παρόμοιου φωνατοῦ.Στὸ πέλαο, π’ οὔρλιαζε, ἀπ’ τὸν ὕπνο του ἐτινάχτηκαὶ μ’ ἀγωνία ἀπὸ τὸ κατάστρωμα ἐπετάχτηἕνας ποδότης, ποῦ ἀφογκράστη· ἔσκουξε «ἀλλοί!»καὶ τρελλὸς πέθανε σὲ θάλασσα τρελλή. A tyrant walks the mountain with a pale-gold sceptre, calm because nothing has ever touched him.
Τὸν ἦχο βγάνει ὁ ρούφουλας ποῦ μὲς τὴ γῆς οὐρλιάζει,σεισμὸς φωτιὰ βογγομανοῦν καὶ βούναροι σκισμένοι·ἡ εἰδὴ κ’ ἐκείνη, σὰν ὁ ἀχὸς τρομαχτικιά, φαντάζειντυμένη σὲ μαυρειδερνὴ πορφύρα ἀστροφαμμένη.Στὴ χέρα του τὴ φλεβωτή,γιὰ νὰ στυλώσῃ τὰ περήφανά τουβήματα σὲ κορφὴ βουνοῦ χιονάτου,σκῆφτρο χλωμόχρυσο κρατεῖ·δείχνει ἄσπλαχνος, μ’ ἀτάραχος καὶ δυνατὸς προβαίνει,σὰν ὅποιος κάνει τ’ ἄδικο, μ’ ἄδικο δὲν παθαίνει. He asks the earth, the sun, the sea whether they felt him breaking.
Καὶ ὅμως βαστῶ! Ρωτάω τὴ Γῆ, δὲν αἰστανθήκαντὰ βουνά της; Ρωτάω τὸν Οὐρανὸ ἐκεῖ ἐπάνω,τὸν Ἥλιο, ποῦ τηράει τὰ πάντα ὅλα, δὲν εἶδε;Τὴ Θάλασσα, ἄγρια ἢ γαλήνη, τ’ Οὐρανοῦ Ἴσκιοποῦ πάντ’ ἀλλάζει στρωτὸς χάμου, δὲν ἀκοῦσαντὰ κουφά της νερὰ τὸ ψυχομαχητό μου;Ὠϊμὲν’ ἀλλοί! καημός, καημὸς πάντα, γιὰ πάντα! The sky answers the hills with the same word, and the sea takes it up.
Μουλλώσαμε γιατὶ ἔτσι – κ’ ἔτσι – τὲς λαλιέςχαλασμοῦ ὀνείρατα μᾶς πῆραν, στὴ φυγὴξατρέχοντάς μας μὲς σὲ ἀνήλιαγες σπηλιές,μ’ ὅλο ποῦ κόλαση γιὰ μᾶς εἶναι ἡ σιγή.Η ΓΗΣτοὺς ἀπόκρημνους λόφους τ’ ἄγλωσσ’ ἄντρα τότεφωνάξαν «Συμφορά!» καὶ τοὺς ἀπολογήθητ’ Οὐρανοῦ ὁ θόλος «Συμφορά!» Κ’ ἐνῷ σκαλόνανστὴ στεριά, τ’ Ὠκεανοῦ τὰ κύματα ἐμουγκρίζανπορφυρᾶ στοὺς ἀνέμους ποῦ τὰ ἐφραγγελόναν,καὶ τ’ ἀχνὰ ἔθνη τ’ ἀγροικοῦσαν, «Συμφορά!» A voice he cannot place runs through him like lightning before it strikes.
Η ΓΗΔὲν κοτοῦν.ΠΡΟΜ......................Ποιὸς κοτάει; γιατὶ νὰ ξανακούσωθά ’θελα ἐκείνη τὴν κατάρα. Ἆ τί μουρμούρασκιαχτερὴ ποῦ ἀνεβαίνει! Μόλις ἦχο μοιάζει·καὶ ἀνατριχίλα συγκρυόνει τὸ κορμί μουσὰν ἀπὸ κεραυνό, ποῦ κρέμεται, πρὶν πέσῃ.Μίλησε, Πνεῦμα! ἀπ’ τὴν ἀνόργανη φωνή σουγνωρίζω μοναχὰ πῶς κατ’ ἐμὲ σαλεύειςκαὶ σ’ ἀγαπῶ. Πῶς καταράστηκα ἐγὼ ἐκεῖνον;Η ΓΗΠῶς ν’ ἀκούσῃς μπορεῖς, ἐσὺ ποῦ δὲ γνωρίζειςτὴ λαλιὰ τῶν νεκρῶν; He greets the meadows and rivers he once loved, and they will not answer.
Φωνὲς λαλοῦν μὰ δὲν ἀκούω τὴ φωνὴ ἐκείνηπὤβαλα ἐγώ. Μητέρα, ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σουἀναγελᾶτε αὐτόν, ποῦ δίχως τὴ βουλή του,π’ ὅλα ὑπομένει, θὰ’ χε ἡ παντοδυναμίατοῦ Δία ἡ ὠμὴ καὶ αὐτὰ μαζί, κ’ ἐσὲ ἀφανίσῃσὰν τὴν ἀρειὰ κατάχνια τὴν ξετυλιγμένηστὸν αὐγινὸν ἄνεμο. Ἐμένα, τὸν Τιτᾶνα,δὲ γνωρίζετε; Αὐτόν, πὤκαμε περμαχιόνιτὴν ἀγωνία του ἐνάντια ’ς τὸν ἐχτρό σας π’ ὅλατ’ ἄλλα πατεῖ; Ὦ βραχαγκάλιαστα λειβάδια,χιονόθρεφτα ποτάμια ποῦ σᾶς βλέπω τώραἀνάμεσ’ ἀπὸ ἄχνες παγωμένες κάτωβαθυά, καὶ στὰ παχύσκια δάση σας μιὰ μέραπεριδιαβάζοντας μαζὶ μὲ τὴν Ἀσίαἀπὸ τ’ ἀγαπημένα μάτια της ρουφοῦσαζωή· γιατὶ τὸ πνεῦμα ποῦ μορφὴ σᾶς δίνειτώρ’ ἀκατάδεχτο μ’ ἐμὲ δὲ συντυχαίνει;μόνο μ’ ἐμέ, ποῦ ὡς ἕνας ποῦ δαιμονισμένονσταματᾷ ἁρματηλάτη, ἐκράτησα τὴ βίακαὶ τὴν κακοπιστιὰν αὐτοῦ ποῦ βασιλεύειπανύψιστος γεμίζοντάς σας τὰ βαλτώδηἀγριώματα καὶ ὅλα τ’ ἄφωτα φαράγγιαπικροαναστεναγμοὺς παραδαρμένων σκλάβων·γιατὶ ἀπόκριση ἀκόμα δὲ μοῦ λέτε; Ἀδέρφια! Thoughts pass through him like shadows, and his heart trembles at something that isn't sweetness.
ΠΡΟΜ..........................................................Σὰν ἴσκιοιθαμποί, πυκνὰ καὶ ὁρμητικὰ γοργοδιαβαίνουνφοβεροὶ στοχασμοὶ θολὰ μὲς τὸ μυαλό μου·λιγεύει μου ἡ καρδιὰ σὰν ἑνὸς ποῦ σ’ ἀγάπηζευγαρῶτρα ἑνωθῇ, καὶ ὅμως δὲν εἶναι γλύκα.Η ΓΗὌχι, εἶσαι ἀθάνατος καὶ δὲ μπορεῖς ν’ ἀκούσῃς·γνώριμ’ εἶναι ἡ λαλιὰ τούτη μονάχα σ’ ὅσουςπεθαίνουν.ΠΡΟΜ.................Μελαγχολικιὰ φωνή, τί εἶσαιλοιπὸν ἐσύ; Πέρσι Σέλλεϋ, 1820
Shelley's verse drama of the Titan who stole fire and refused to kneel. Tyranny, endurance and the earth itself speaking back.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.