Ανέκδοτα ποιήματα
Μαρία Πολυδούρη, 1993
The lyric poems Polydouri never published in her lifetime — love, loss and presentiment, written by a young woman who knew she was dying.
Pages from Ανέκδοτα ποιήματα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.Ούτε στιγμή, μολίς που εδώστις ράγιες του βαριά σταματημένοκαι πηγαινοέρχονταν γοργά,ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοίδεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.Η άδεια θέση κ’ η σιωπήμεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούνκ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένοόσων τη μοίρα ακολουθούν. The one man on the street willing to say what everyone is thinking.
Ένας τρελλός καθότανε στην είσοδοτη νύχτα απόψε και μιλούσε,μιλούσε βιαστικά κι’ όταν απόσταινεκάποτε, σκεφτικά χαμογελούσε.Μιλούσε για τη γνώση, την ονόμαζετην πρώτη αδυναμία των ανθρώπων.’Μα θα μιλήσω απόψε κι’ ας με δέσουνε,ξέρω τα μυστικά των άγιων τόπων!’ Ξέρω όλο μυστικά και γύρω μου άφοβαθα τα βροντοφονήσω πάλι.Α, ήμουν τρελλός τόσον καιρό που σώπαινακι’ αυτά μούχουν βαρύνει το κεφάλι. A fortune-teller in bronze, promising that every new joy will be met with tears.
Χάλκινη παραστέκεται τσιγγάνα στα όνειρά μουκι’ όλο μου λέει στον ίδιονε σκοπό.με δάκρια θα υποδέχουμε την κάθε νέα χαρά μουκαι θα πεθαίνει κάθε που αγαπώ.Μ’ ας είναι, νέο μου όνειρο, για λίγο, ναι μονάχα,χάιδεψε τις πληγές μου μιαν αυγήκαι θα το νοιώσω εγώ βαθιά το χάδι σου’ τι τάχακι’ αν θα γίνη μια καινούργι’ αυτό πληγή; A speech from the street corner: be dangerous, or the honest will be eaten alive.
’Φίλε μου νάσαι απλώς πολυλογάςχωρίς ουσία, θάσαι βάρος.Φρόντισε νάσαι ο πιο επικίνδυνοςκαι μόνος σου να παίρνης θάρρος.’Νάχης καρδιά κι’ όλο να εφραίνεταιμ’ αίσθημα και φιλοτιμία,είνε’ να καρτεράς το θάνατοκαι νάρθη μια λιποθυμία!!!’Είδες ο φουκαράς ο τζίτζικαςψόφησε εχτές από ειλικρίνεια.Τάλεγε αληθινά κ’ επίμονακαι μεις τα παίρναμε για γκρίνια. The strange privacy of sitting in a crowd, unseen and over-seen at once.
Την ώρ’ αυτή που δε λυπάμαικόπη ο δεσμός με τη ζωή.Είμαι άδεια θήκη αποθεμένημέσα στου κόσμου τη βουή.Άλλοι με βλέπουν μ’ ένα βλέμμαπου υπόσχεται τον ουρανό.₼λλοι την κόλαση μου δείχνουνμέσα σε πλαίσιο φωτεινό.Κάποιοι έκπληκτοι με χαιρετούνε.(Πως τάχα να τους συγκινώ;)Και σκύβουν κάτι για να πούνε,μα που δε θάναι αληθινό. The advice we give ourselves about someone who is not coming.
Ο νέος που πρόσμενες ναρθήδεν ήρθε μήτε απόψε.- Μα τι θα τούλεγες; Γιατί;Άσε το μάταιο να χαθή.Το άμοιρο φύτρο κόψε.Μη σου πλανεύει την καρδιάτη χιλιοπαθημένη,μια αναγελάστρα επιθυμιά.Στην εαρινήν αυτή βραδιάμια πίκρα είνε χυμένη.Μα δεν ακούς τη συμβουλή,τόσο η μαγεία σε δένει. What hands say when they are not touching you.
Ακούω τη γλώσσα που λαλούν τα δυο σου χέρια - ω χέρια!καθώς σιγοσαλεύουνε λευκά,στον Πύργο της απελπισιάς κρυμμένα περιστέριααπό μακριά τα ξαγναντώ, σύμβολα ειρηνικά.Μιλούνε, δε μιλούν; Αχεί βαθιά μεσ’ στην καρδιά μουχαιρέτισμα ενός ρόδου στους γκρεμούς.Λάμπουν, δε λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τη ματιά μου,ανατολή του αυγερινού στους σκοτεινούς χαμούς.Ξανοίγω την αγνώριστην αγάπη μου κλεισμένηστο κρίνο των μπλεγμένων σου χεριώνκαι πλέκω τόνειρο γλυκό. Μη με κοιτάς, πληθαίνειστη σκοτεινιά το χρυσοφώς τον πλάνων αστεριών. A woman bargains with death — but only for one thing: her pride.
Δεν είνε να χαρώ στον κόσμο άλλοτίποτα πια. Τα χέρια σου βαριάγεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξεικάποτε σπλαχνική, πονετικιάσε μένα, τη μια ωραία και χωριστήστράτα για να με βρη πούχες χαράξεισ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.Ω δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσηςμον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώκαι να με βρη σαν άξαφνη χαρά. The light that absence leaves in someone's eyes when they return.
Στα σκοτεινά του μάτια φωςη απουσία θα χύση,τ’ αδέξια χέρια του, με ορμήσυγκρατημένη, ένας κρυφόςκαημός θα τα φιλήσηκαι θα τα ιδώ να μου απλωθούν,νάναι δειλά στη νίκη,γλυκά στην πίστη πως μπορούν,κύμα χαδιών, να με τραβούνστο βάθος σα χαλίκι. Why the timid heart is frightened by its own happiness.
Μεσ’ στην καρδιά μου ένα όνειρο καινούργιο έχει φωλιάσειτο νοιώθω με λαχτάρ’ από καιρό.Όμως να θαρρευτώ, η δειλή καρδιά μου ν’ αλαφιάση,σαν από κάποιο φόβο δεν μπορώ.Τα χάδια του της ευτυχίας τους ουρανούς μου ανοίγουν,μα πριν στα χείλη μου άφτονο φανήτο γέλιο, πάλι κλείνουνε και πάλι δάκρια πνίγουντα μάτια μου και την καρδιά μου’ αλοί! Μαρία Πολυδούρη, 1993
The lyric poems Polydouri never published in her lifetime — love, loss and presentiment, written by a young woman who knew she was dying.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.