Ανέκδοτα
Κωνσταντίνος Καβάφης, 1968
Cavafy's secret drawer: poems he never published, from chess-game allegories and lost youth to homoerotic confession and the last Greek emperor.
Pages from Ανέκδοτα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
At night, things without names walk through your room.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μουσαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνεΌντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουνκαι τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουνκαι κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε —και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουνσαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν. A people who forgot their language still meet once a year to remember it.
Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάταιεξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοιμε Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.Το μόνο που τους έμενε προγονικόήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτήςτα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους. A chess pawn spends its life journeying toward a death it can't avoid.
Aλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλουςκαι στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,στην φοβερή γραμμή την τελευταία·τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνεικ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,για να την αναστήσει από τον τάφοήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη. Youth is white, endless, and always about to leave.
Η φιλτάτη, η άσπρη μας νεότης,α η άσπρη μας, η κάτασπρη νεότης,που είν’ απέραντη, κ’ είναι πολύ ολίγη,σαν αρχαγγέλου άνω μας πτερά ανοίγει!...Όλο εξαντλείται, όλο αγαπάει·και λιώνει και λιγοθυμά εις τους ορίζοντας τους άσπρους.A πάει εκεί και χάνεται εις τους ορίζοντας τους άσπρους,για πάντα πάει.Για πάντα, όχι. Θα ξαναγυρίσει,θα επιστρέψει, θα ξαναγυρίσει.Με τα λευκά της μέλη, την λευκή της χάρι,θα έλθ’ η άσπρη μας νεότης να μας πάρει. The watchman sees the signal fire and realises happiness is smaller than hope.
Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρατο Αραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνητο επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνειη ευτυχία δίδει πιο μικρή χαράαπ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαράτούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδαςκαι προσδοκίας. Πράγματα εις τους Ατρείδαςπολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφόςκανείς εικάζει τούτο τώρα που το φωςείδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά. Rain on a window can blur the world until you can no longer see it.
Βροχή, βροχή — εξακολουθείπάντα ραγδαία να βρέχει.Μα τώρα πια δεν βλέπω.Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νεράτου παραθύρου το υαλί.Στην επιφάνειά τουτρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονταικι ανεβοκατεβαίνουνρανίδες σκορπισμένεςκαι κάθε μια λεκιάζεικαι κάθε μια θαμπώνει. When we botch everything, the gods arrive on their machines.
Θα γίνει τώρα τούτο, κ’ έπειτα εκείνο·και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),τέτοιες θα είν’ οι πράξεις, τέτοιοι θα ’ν’ οι τρόποι.Δεν θα φροντίσουμε για μακρινό κατόπι.Για το καλύτερον ημείς θα προσπαθούμε.Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε,θα μπλέκουμε τα πράγματα, ώς να βρεθούμεστην άκρα σύγχυσι. Καί τότε θα σταθούμε.Θα είν’ η ώρα οι θεοί να εργασθούνε. A Persian sailor after Salamis asks why he ever left Susa.
Aφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,και η Περσέπολις — οι πιο ωραίοι τόποι.Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίναστόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχίααυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπεινα σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,κ’ εκεί να πηαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως. A house in the country, with animals to keep the loneliness at bay.
Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικόμ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσογια τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώνα λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των. Κωνσταντίνος Καβάφης, 1968
Cavafy's secret drawer: poems he never published, from chess-game allegories and lost youth to homoerotic confession and the last Greek emperor.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.