BookFeed Ελληνικά

Passages from Αμλέτος

Pages from Αμλέτος that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

The black coat is not the grief; the grief is the part with no shape.

Φαίνεται! Δέσποινά μου,τι λέγεις; είναι· εγώ το φαίνεται δεν ξεύρω.Ούτε, ω καλή μητέρα, η μαύρη φορεσιά μου,ούτ’ όσα θλιφτικά ρούχα η συνήθεια θέλει,ούτ’ άνεμοι αναστεναγμών βιαστά σπρωγμένοι,όχι, αλλ’ ούτε ’ς τα μάτια ζωντανή πλημμύρα,ούτε η κατήφεια του προσώπου, και όλ’ οι τρόποιτου πόνου και η μορφαίς, δεν φθάνουν να με δείξουν·εκείνα φ α ί ν ο ν τ α ι τωόντι, ότ’ είναι πράξεςοπού αν θέλη κάνεις ταις παίζει· αλλ’ ό,τι έχωμέσα μου, σχήμα δεν το δείχνει· αυτά δεν είναιπαρά οι στολισμοί, τα φάλαρα της λύπης.
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

A nutshell is enough for a kingdom, if the dreams would leave you alone.

Ω Θεέ μου! Και αν ήμουν περιωρισμένος μέσα εις ένακαρυδόφλουδο, θα ελόγιαζα πως είμαι βασιλέας εις απέ-ραντο διάστημα· αμμή οπού βλέπω ονείρατα (18) κακά.ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣΊσα ίσα αυτά τα ονείρατα είναι η φιλοδοξία· διότι τηςφιλοδοξίας η ουσία είναι μόνον ονείρου σκιά.
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

There is a difference between being touched and being played.

ΑΜΛΕΤΟΣΕ! βλέπεις λοιπόν διά πόσο ουτιδανό πράγμα με κάμνεις!Ήθελες να με παίξης ωσάν όργανο· έδειχνες πως γνωρί-ζεις τα κλειδιά μου· ήθελες ν’ ανασπάσης την καρδίαντου μυστηρίου μου· ήθελες να με λαλήσης από την νή-την έως την πρώτην μου χορδήν· και ενώ εις τούτο το ορ-γανάκι μέσα υπάρχει πολλή μουσική, φωνή αξιόλογη, συόμως δεν κατορθόνεις να το κάμης να λαλήση. Ε! διά-βολε! στοχάζεσαι ότι ημπορούν να με παίζουν ευκολώτεραπαρά έναν αυλόν; Ό,τι όργανο και αν θέλετε ονομάσετέμε, δύνασθε να με κρούσετε, αλλά δεν θα δυνηθήτε να μεπαίξετε.
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

What it sounds like when a man stops fearing what comes next.

Καθόλου· αψηφούμε τα προγνωστικά· και εις το (22) πέ-σιμο ενός στρουθίου υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια. Αν είναιτώρα, δεν είναι ερχόμενον· αν δεν είναι ερχόμενον, θα ήναιτώρα· αν δεν είναι τώρα, όμως θα έλθη· το (23) παν είναι ναήσαι έτοιμος. Αφού (24) κάνεις δεν γνωρίζει τίποτε απ’ όσααφίνει, τι σημαίνει αν τ’ αφίνει γλήγορα; Ας γίνη.
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

The dead father has a story he is not allowed to tell.

Το πνεύμα εγώ ’μαι του πατρός σου κ’ έχωκαταδίκην ’ς την γην την νύκτα να πλανώμαι,και την ημέραν μες ταις φλόγαις να λιμάζω (42),ως ’πού το πυρ να καθαρίση όσα’ χω πράξηκρίματα ’ς ταις ημέραις της φθαρτής ζωήςκαι αν άνωθεν ’ς εμέ δεν ήτο εμποδισμένονα φανερώσω τα κρυφά της φυλακής μου,ήθελε ακούσης από εμέ μιαν ιστορίαν,’πού εις την παραμικρήν της λέξιν να τρομάζηη ψυχή σου, το νέον αίμα σου να πήξη,τα δυο σου μάτι’ από τους κύκλους των, ως άστρα,εμπρός να πεταχθούν, τα κολλητά σγουρά σουνα χωρισθούν και κάθε τρίχα ορθήν να στήσουν,ως η τριχιά του θυμωμένου ακανθοχοίρου·αλλά ’ς αυτιά ’πό σάρκα κ’ αίμα δεν αρμόζειτούτ’ η φανέρωσις αφθάρτου κόσμου. Αμλέτε,ακροάσου, ακροάσου! Και αν, οπότ’ εζούσε,τον γλυκόν σου πατέρ’ αγάπησες, —
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

A man asks a ghost for a warning, and the ghost only stares.

Θα το σταυρώσω, και ας με κάψη. — Στάσου, απάτη!Τα δώρο (11) αν έχεις της φωνής ή κάποιον ήχον,ομίλησέ μου!Αν τι καλό μπορεί να γίνη οπού να φέρηανάσασιν ’ς εσέ, ’ς τον εαυτόν μου χάριν,ομίλησέ μου!Αν της πατρίδος σου να πλέκ’ η μοίρα ηξεύρειςκακό, ’πού αν το προμάθ’ ημπόρειε ν’ αποφύγη,ομίλησε!Και αν θησαυρόν της αδικιάς (12) ’ς της γης τα σπλάχναέχεις κρύψη, όταν ζούσες, — ότι ακόμη τούτοσας κάμνει, ω Πνεύματα, να νεκροπερπατήτε,ως λέγουν, — α! φανέρωσέ το· στάσου· ομίλει!
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

Maybe it isn't cowardice; maybe it's a voice in him he can't name.

Συμβαίνει εις τα βάθη της ψυχής του κάτι, το οποίον αυτός ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται· αυτού μέσα ενεργεί ένα αίσθημα οπού αυτός δεν αναλύει, δεν διακρίνει, αλλά εις το οποίον αυτός υποτάσσεται. Αλλά δεν είναι δειλία, ούτε αστασία της θελήσεως, αφού τα πάντα εσωτερικώς και εξωτερικώς εναντιόνονται εις τοιαύτην ερμηνείαν. Άρα διατί αυτό να μη ήναι εκείνο το οποίον ημείς νομίζομεν, τουτέστιν η απόκρυφος φωνή της συνειδήσεως, η αποστροφή την οποίαν μία γενναία ψυχή αισθάνεται προς ψυχράν ανθρωποκτονίαν;
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

What a man thinks about in the graveyard before the doors he dreads.

Αλλά δεν σπεύδει προς το ήδη προσδιωρισμένον τέρμα· πορευόμενος εις το κατηραμένον παλάτι της Ελσινόρης σταματά εις το νεκροταφείον, ως να ήθελε να ξανασάνη από τον κάματον και από τα μισητά έργα της ζωής εις την έρημον επικράτειαν του θανάτου. Αυτού παραδίδεται εις σκέψεις, αι οποίαι έχουν σχέσιν με το πρόβλημα, ως το έθεσεν άλλοτε, της ανθρωπίνης υπάρξεως, με την διαφοράν ότι τώρα δεν προσβλέπουν καθόλου πέραν του τάφου, αλλά περιορίζονται εις την ματαιότητα των κοσμικών πραγμάτων και πάσης ανθρωπίνης ενεργείας.
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

Sunrise over the castle, and three men deciding what to do with a secret.

Τ’ άκουσα κ’ είναι πιστευτόν· αλλά τηράτεη Αυγή με πορφυρήν χλαμύδα πώς βαδίζει’ς την δρόσον του βουνού ’πού υψόνετ’ εκεί πέρα.Ας σηκωθούμε απ’ την φρουράν μας, και ό,τι απόψεέχομε ιδή, φρονώ πως είναι ανάγκη ο νέοςΑμλέτος να το μάθη· επειδή το πνεύμακείνο, ’ς εμάς βουβό, ’ς αυτόν (16), θαρρώ, θα κρίνη.Συμφωνείτε και σεις γνωστά ’ς αυτόν να γίνουν,καθώς η αγάπη μας το θέλει και το χρέος;
— Αμλέτος, Ιάκωβος Πολυλάς (1890)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.