Αγνή
Γιάννης Ψυχάρης, 1907
A Greek poet in Lausanne cannot stop rehearsing the love he ruined. A novel about memory, self-deception, and the many selves inside one person.
Pages from Αγνή that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The largest sacrifice, the narrator says, is the one you don't notice making.
Η Αγνή, εννοείται, δεν πρόσμενε τέτοιο πράμα. Μήτε πήγε ο νους της ως εκεί, πως αναμεταξύ της και του Αντρέα, μπορούσε να γίνει λόγος για παντρειά. Θα μου πείτε, δεν το συλλογίστηκε ούτε ο Αντρέας. Βέβαια, μα για αιτίες όσο παίρνει αντίθετες, αφού από εγωισμό, καθώς δείξαμε, δεν το στοχάστηκε ο φίλος, ενώ η καημένη δεν το στοχαζότανε από θυσία. Και ίσως ακόμη δεν το λέμε καλά. Για θυσία μπορεί να γίνει λόγος, όταν άξαφνα ένας άθρωπος βλέπει τίποτις που το θέλει, που γνωρίζει κιόλας την αξία του και που το παραιτά, ή για να το χαρεί κάποιος άλλος ή γιατί τον εμποδίζει να φροντίσει για το χρέος του, όπως θα φρόντιζε δίχως αφτό, με την ψυχή του όλη. Λοιπόν, αν το πάρεις από τέτοιο μάτι, δε θυσιαζότανε καθαφτό η Αγνή, αφού ιδέα δεν της περνούσε για θυσία. The impossible thing we all try: to undo what we did.
Ο δύστυχος ο Αντρέας — να πούμε πια και το δίκιο του — τα δέκα χρόνια που δεν ήξερε τι γινότανε το κορίτσι, ακόμη και σα δεν πάσκιζε να το μάθει, του κάκου, δεν μπορούσε να τη λησμονήσει. Δε λησμονούσε την απογεματιανή εκείνη που κατέβαινε η Φλώρα τους Ελύσιους κάμπους με τα μαλλιά της σαν της τρελής. Γύρεβε τώρα κάτι που το γυρέβουμε συχνά, μα που το κατορθώνουμε σπάνια, να ξεκάμουμε ό,τι κάμαμε, να διορθώσουμε τ’ αδιόρθωτα, σβησιά να ξολοθρέψουμε τις αμαρτίες μας, να ξαναρχίσουμε, να ξαναπιάσουμε τη ζωή μας στο σημείο που παραστράτησε, να πάρουμε πια το δρόμο το σωστό. The day a colour becomes something you could kneel to.
Ήτανε θάμα μονάχο. Από τη μια στην άλλη άκρη έβλεπες στην ταράτσα το μακρινό της λίμνης της απέραντης το μισοστέφανο. Μα το μισοστέφανο το ήξερε απαρχής, αν και ποτέ του δεν το παρατήρησε, δεν του γέμισε τη φαντασία όπως σήμερις. Άφησε όμως, φίλε μου, και το μισοστέφανο το ίδιο. Να, το χρώμα, το χρώμα εκείνο, τι θαματουργό που σου είναι! Πέσε, γονάτισε, δεήσου, γιατί τέτοιο χρώμα δε θα το ξαναδιείς. Κοίταξε, αδερφέ! Γαλάζι σωστό. Γαλάζι καθρέφτης, δίχως το ελάχιστο κυματάκι, την παραμικρή ζαρωματιά — σαν ατσαλάκωτη, ατέλειωτη, απαλόστρωτη ελπίδα. Loving someone the way a drowning man loves the plank he grips.
Λοιπόν, τι δικαίωμα είχε να την ξελαγιάσει; Τουλάχιστο χρέος του, απόλυτο χρέος, μια και την ξελάγιασε, να την ξαναφέρει στον ίσιο το δρόμο, να την κατηχήσει, να της ξηγήσει, να την παρακαλέσει, να τον ξαγαπήσει. Αχ! κι ας σπάσει στο παλιό, στο λαβωμένο του το στήθος η καρδιά του. Ας πάει στο γιαλό η στερνή στερνή του ελπίδα. Κι ας του θερίσει τα σπλάχνα ο πόνος, επειδή την αγαπούσε τρελά, την αγαπούσε όχι μαθές όπως θ’ αγαπήσει ένας άντρας το πρώτο θηλυκό που θ’ απαντήσει· την αγαπούσε, αχ! όπως ο ναβαγημένος, ο απελπισμένος αγαπά το ξύλο, το κατάρτι, το σανίδι που τ’ αγκαλιάζει να γλιτώσει μ’ αφτό. Έτσι στην έρημη τη θάλασσα της ζωής του, κατόπι από τη φουρτούνα τη λυσσιασμένη, φάνηκε της σωτηρίας του το αστέρι, το αγαθό. Για τούτο της ήτανε αφοσιωμένος ψυχή και σάρκα. Why the same mountain looks different once water holds its reflection.
Άξαφνα, εκεί που περπατούσε, στρίβοντας ο δρόμος, ξανοίγει μπροστά του τ’ ακροχιονισμένα βουνά της Σαβόγιας. Έχουνε της Σαβόγιας τα βουνά μιαν αξήγητη ομορφιάδα. Ίσως γιατί, από το να καθρεφτίζουνται στη λίμνη μέσα, πήρανε κάτι δικό της, κάτι γαλάζιο, υγρό κι άπιαστο· έτσι έχουνε ομορφιά διπλή, την ολόλεφκή τους ομορφιά, και την ανάγγιχτη εκείνη, τη μάγισσα του κυμάτου την ομορφιά. A whole people alone inside themselves, and why.
Ζήτημα δεν είναι πως να ζει κανείς σαν τον κούκο, καθώς ζούσε ο Αντρέας στη Λωζάνα του, έφκολα καταντά πληχτικό. Μόνος το πρωί, σα σηκώνεσαι, μόνος το μεσημέρι στο πρόγεμα, μόνος το βράδυ στο δείπνο, τι γίνεσαι; Στο μεταξύ, βέβαια, πας, έρχεσαι, περπατάς, σεργιανίζεις, πάντα μόνος όπως κι αν είναι. Αλήθεια που ο Ρωμιός, μ’ όλες τις φωνές του, μ’ όλο το θόρυβο, μ’ όλη του την άσωτη μωρολογιά, ζει μόνος του μέσα του και δάφτος, όχι μαθές από ιδιαίτερη αγάπη της εσώψυχης ζωής, μα γιατί φοβάται ο ένας τον άλλονε κι έτσι φυλάγει μέσα του τα σημαντικότερα, μήπως μαθεφτούνε και τον πειράξει κανείς αμέσως. Για τούτο κιόλας, από συνήθεια προγονική, τόσοι και τόσοι Ρωμιοί της πένας δε λένε ποτέ τους τι γράφουνε, μη λάχει και τους το αναποδογυρίσει κανένας φίλος μ’ ένα λόγο, με μια επίκριση, μ’ ένα γέλιο, προτού γραφεί. The novelist's quiet claim that you are not one person.
Τα μεταπερνούσε αφτά με το νου του, την απογεματιανή, καθισμένος και πάλε στο γραφείο του, βυθισμένος στο δράμα του, και συνταίριαζε συνάμα του δραμάτου τις σκηνές τη μια με την άλλη, όσο συνταίριαζε από παράλληλη μια γραμμή τις διαθέσιμες ώρες της Αγνής με τις δικές του. Ίσως να μην παρατηρήθηκε με τη δεούμενη προσοχή από τους ψυχολόγους, πως υπάρχουνε μέσα μας συχνά δυο, κάποτες και τρία εγώ μας, απανιστά, που να πεις, και που το καθένα τους ζει τη ζωή του και πάει, σα να μην ύπαρχε από πάνω του ή από κάτω του καμιά γειτονική ζωή. A girl who does not carry the centuries in her body.
Η θλίψη του βέβαια και την έθλιψε κατάκαρδα. Μα η Αγνή, να μην ξεχνούμε, κορίτσι, νέα, κι αλληνής φυλής βλαστάρι. Κορίτσι, ναι, και για τούτο δεν μπορούσε να παραβαθύνει, να παραφιλοσοφήσει τα πράματα όπως ο Αντρέας που στον πόνο του έβλεπε αποεικονισμένους της αθρωπότητας τους πόνους. Νέα και αδύνατό της να τραβήξει πίσω ίσια με τα περασμένα της, σ’ αφτά μέσα να κλειδωθεί· αντίδραση της λύπης της η χαρά της. Αλληνής φυλής βλαστάρι, κι αφτό είναι το σημαντικότερο. Η Αγνή δεν έμοιαζε με Ρωμιά· δεν έμοιαζε με τη Ρωμιά που μέσα της φυλάγει άπειρους θησαβρούς αφοσίωσης κι αγάπης, μα που δεν τους δείχνει, γιατί δεν τολμά, γιατί μπροστά στον άντρα πάντα της ντρέπεται, πάντα της τραβιέται. Είχε η Αγνή κάτι ανεξάρτητο, κάτι λέφτερο, κάτι μάλιστα σαν οξωπέταχτο, να πει τινάς, τόσο ήτανε θαρρετό. Έβλεπες αμέσως πως αφτή στην προΰπαρξή της δε γνώρισε τους μακρινούς αιώνες της σκλαβιάς. The strange calm that can settle over a great sadness.
Ξύπνησε την αβριανή, σε μια ψυχική κατάσταση περίεργη, δύσκολη να περιγραφεί. Ένιωθε σ’ όλο του το κορμί μια κούραση που ταιριάζει να την πεις κούραση ευτυχισμένη. Λιωμένος και συνάμα λυτρωμένος. Με το αίστημα της σωτηρίας, τον περέχυνε πάλι ένα αίστημα που μοιάζει αντίθετο, μια λύπη απεριόριστη, απαρηγόρητη. Και δεν ξέρω ποια γλύκα, ποια ησυχία, ποια γαλήνη στάζανε από τη λύπη του τη μεγάλη, σα να βρήκε στη λύπη του μέσα, στην κούρασή του την ίδια το Λιμάνι όπου γύρεβε τόσα χρόνια ν’ αναπαφτεί. Γιάννης Ψυχάρης, 1907
A Greek poet in Lausanne cannot stop rehearsing the love he ruined. A novel about memory, self-deception, and the many selves inside one person.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.