BookFeed Ελληνικά

Passages from 1939

Pages from 1939 that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

What if poetry stopped being verse and turned into a whole life?

Την ποίηση θα την κάνουμε μυθιστορίαΜυθιστορία της άνοιξης και του καλοκαιριούΜυθιστορία του σώματος και της ψυχήςΈλα να σπρώξουμε τους αιώνες μπροστά και πίσωΜε τα γόνατα με τα χέρια με το στήθοςΝ’ αφήσουμε χώρο στον εαυτό μας να σηκωθείΝα τεντώσει τα μπράτσα και ν’ ανασάνειΚαι να μπορέσει κάποτε σαν τον κεντρίσει ο πόθοςΝα πιάσει απ’ το δέντρο της πλάσης όλους τους καρπούςΜ’ όλα τα χελιδόνια να διασχίσει την οικουμένηΈνα ταξίδι σε μια αναπνοή.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

The barbarians at the gate turn out to be the people we were yesterday.

Είναι περίεργο κατεβαίνουν φωτιές στα πόδια μας άγγελοι κατεβαίνουνΤρικύμισμα τρικύμισμα η ζωή μας επιτέλους φανερώνεταιΜπροστά στα μάτια μας γυμνή σαν αντικείμενοΚι ευγενικά αγκαλιαζόμαστε ο ένας τον άλλοΗ ζωή μας παρουσιάζεται οι βάρβαροι τρέχουν να δούνεΑλλά οι βάρβαροι είμαστε εμείς οι ίδιοι ίσαμε χτεςΚαι τώρα πετάμε απ’ τη χαρά κανείς δεν μας κρατάειΘα σχίσουμε τα ρούχα μας θα πάψουμε τα ψέματαΚαι δεν θα ξαναρχίσουμε τ’ αστεία τα σαχλάΔεν θα ντρεπόμαστε πια ποτέ πια.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

Some nights the sea under the city breathes louder than you do.

Κάτω από τις στέγες των σπιτιών η θάλασσα λουφάζειΤη νύχτα όταν βγαίνω απ’ τον εαυτό μου ακούω την αναπνοή τηςΠερπατάω χωρίς να της ταράξω τον ύπνοΟ ουρανός με κοιτάει σαν να έρχεται μαζί μουΚαι να μοιραζόμαστε τη σιωπή για να μην πέσειΟ δρόμος μας δεν έχει αγκάθια και όμως είναι μυτερόςΑνεβαίνει κανείς πάντοτε και η συμφωνία δεν τελειώνει.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

Only the cicada laughs, and it's already summer.

Έλα γεμάτη θάλασσα για να σε δουν οι γλάροιΓια να σε δουν τα σύννεφα και η ψιλή βροχούλαΤο σαλιγκάρι να χαρεί που ήρθε ο καιρός τουΚι οι γυναίκες να πονούν που ήρθε η αγάπηΝτυμένη στα νυφιάτικα μα λείπει ο εκλεκτόςΚι έτσι πάνε χαμένα τα κεριά πάει χαμένο το λάδιΜόνο γελάει ο τζίτζικας και είναι καλοκαίριΣτη δική μου καρδιά βουτάνε οι μέλισσεςΜα ο κορμός μου δε λυγάει.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

He promised her the sea and a swan; what he could actually keep was nothing.

Να σου φυλάξω σου υποσχέθηκα τη θάλασσαΚι ένα φόρεμα μαζί σαν το βουνόΚαι μια βροχή που να πηδούσε μες στα στάχυαΚι έναν κύκνο που να τέλειωνε τη ζωή τουΣ’ έναν παράδεισο όπου θα πατούσεςΜα όλα ξανθά εφύγανε πριν μάθωΝα τα κρατήσω πάνω στην παλάμηΕγιόρτασα μαζί τους και κουβέντιασαΣαν να μην ήξερα εσέναΚαι να τους είχα φίλους
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

What if all our noise is just a silence that hasn't finished yet?

Η μέρα δεν έγινε ακόμα το κύμαΠου θα μας οδηγήσει στην όχτηΌπου θ’ αναπνέουμε ρυθμικά τον ήλιοΟ θόρυβος δεν είναι παρά μία σιωπήΠου δεν τελειώνειΘέλουμε τη σιωπή την αθόρυβη την αναλλοίωτηΝα περπατάμε μαζί με τον ήλιοΝα περπατάμε και να μην υποπτευόμαστε το κενόΚανείς από μας αλλόκοτα να μην τολμάειΝα υποπτεύεται το κενόΚάτω απ’ τα πόδια τουΠέρα απ’ τα χέρια του.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

A poet is told his birthplace belongs to the future, and he to the past.

Η πόλη όπου γεννήθηκες είναι η ΚωνσταντινούποληΠόλη του μέλλοντος,Ενώ εσύ, πολύ προτού πεθάνεις,Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάριαΌχι, η ζωή σου δεν ήταν ωραίαΜε τα μυρωδικάΜε τα βιβλίαΜε τις εξαίσιες εκείνεςΑλλά ψεύτικες οπτασίες
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

Saying goodbye at dawn, he finds he has become someone else.

Μες στα χαράματα αντίο ωραίο κορίτσιΗ ξανθή φλόγα του ήλιου σε συνεπαίρνειΚαι βρίσκομαι σαν να έπεσε η φλούδα απ’ την καρδιά μουΑντί χάνω το τρυφερό κορμί σου και χάνομαιΓίνομαι άλλος κερδίζω όψην αλλόκοτηΜελετάω το θάνατο και τη ζωήΠηγαίνω μπροστά τραγουδώνταςΧωρίς να νοιάζομαι αν η φωνή μουΣηκώνει ανθρώπους πάνω στα φτερά τηςΠου τολμάν κι αυτοί να τραγουδήσουνΌμως τους αγαπάω και δεν το ξέρωΑυτοί μου χαρίζουν το άρωμα της ευτυχίαςΌταν κάτω απ’ την κούραση απ’ ό,τι είδαΓονατίζω έξαφνα χώνομαι στον ύπνοΚι αγκαλιάζω τότε όλα τα θυμιάματα της γης.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

Time has red lips, but no music in its blood.

Κόκκινα χείλη έχει ο καιρόςΤο αίμα του δεν έχει μουσικήΗ μουσική τώρα είναι εκεί που δεν υπάρχει ο καιρόςΕκεί που με αναπνευστικές κινήσειςΟ άνθρωπος διανύει το σύμπανΜοιάζει με φλόγα η μουσικήΜε φλόγα που δεν σβήνειΕκεί ανανεώνεται η ζωήΓίνεται διάστημα άγαλμαΠροσευχή.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

Look at the waves long enough and you forget you were ever going to die.

Τα κύματα είναι οι ψυχές των ανθρώπων που αληθινά δεν πεθαίνουν, δηλαδή οι ψυχές όλων των ανθρώπων της γης, που πραγματικά τραγουδάν, όταν σωπαίνει ο ήλιος. Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι, δεν πεθαίνουν τα κύματα, όποιος κοιτάζει τα κύματα ξεχνάει και τούτο ακόμα, πως κάποτε φαινομενικά θα πεθάνει.
— 1939, Γιώργος Σαραντάρης (1939)

1939

Γιώργος Σαραντάρης, 1939

A young Greek poet writes the sea, the sun and the body as if all three were about to dissolve. Short, strange, luminous poems from the eve of war.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.