1823-1833
Διονύσιος Σολωμός, 1859
The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.
Pages from 1823-1833 that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
Alone in an empty church, a man decides he is his own god.
Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,Ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγροικιέται.Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·Εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποῦ χαλιέται.Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,Καὶ ὀχ τὴ ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετειέται·Μόνον οἱ σκόρπιαις δάφναις, ποῦ ἐμυρίζανἘκεῖ ποῦ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη,Καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·»Εἶπα κ’ ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι: Every door he opens says the same Easter greeting, in a voice he doesn't recognise.
Πάει γιὰ νὰ βγῇ ’ς τὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει,Λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγηΚαὶ παρόμοια, τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγειΚαὶ μία τρίτα τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Αὐτοκίνηταις πάντα ἀνοιγοκλειοῦνεΟἱ τρεῖς θύραις καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.Καὶ ἰδοὺ τρία σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,Ποὺ ἕν᾿ ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,Ὅπου στρίψῃ, ὅπου πάῃ, τ᾿ ἀπελπισμέναΓοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.Λυγδερὰ καὶ πλατιὰ κι’ ὅλα σχισμέναΤὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν. What the open sea looks like to someone who has no oar and no compass.
Μοῦ φαίνεται πῶς πάω καὶ ταξιδεύω’Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ᾿ ὄνειρό μου·Μὲ τὸ κῦμα, μὲ τ’ς ἄνεμους, παλεύωΜοναχή, καὶ δὲ εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύωΠάρεξ τὸν οὐρανὸ ’ς τὸν κίνδυνό μου·Τόνε τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχωΠανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω. Two cypresses in a graveyard, and the wind that makes them seem to call.
Τώρα ποῦ ἡ ξάστερηΝύχτα μονάχουςΜᾶς ηὗρε ἀπάντεχα,Καὶ ἐκεῖ ’ς τοὺς βράχουςΣχίζεται ἡ θάλασσαΣιγαλινά·Τώρα ποῦ ἀνοίγεταιΚάθε καρδία’Σ την λύπη, ἀκούσετεΜίαν ἱστορία,Ποῦ τὴν αἰσθάνονταιΤὰ σωθικά.Σὲ κοιμητήριοΕἶναι στημέναΔύο κυπαρίσσιαἈδελφωμένα,Ποῦ πρασινίζουνεΜεσ’ ’ς τοὺς σταυρούς.Ὅταν μεσάνυχταΚαταβουΐζουν,Οἱ ἀνέμοι, ἄν τὰ βλέπεςΠῶς κυματίζουν,Ἔλεες πῶς κράζουνεΤοὺς ζωντανούς. The morning of resurrection, when even enemies are told to kiss.
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσεΤῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ὕστερο ἀστέρι,Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσεΤ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσεΤόσο γλυκὸ ’ς τὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,Ποὺ λὲς καὶ λέει μέσ’ ς’ τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·Γλυκειὰ ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα. A mad woman mistakes a reflection in the lake for a better world.
Ἀλλὰ ποῖος θὰ τοῦ κλείσῃ τὰ μάτια; Ποῦ εἶναι ἡ Μαρία, ἡ δύστυχη Μαρία; Αὐτὴ λείπει ἀπὸ τὰ χαράματα. Ἐπεριπλανᾶτο εἰς τὸν κάμπο μονάχη χαμογελῶντας, καὶ οἱ ἀχτῖνες τοῦ ἡλίου, ὅπου ἀνατέλλοντας ἐκαλοῦσε τοὺς θνητοὺς νὰ χαροῦν τὴ ζωή, ἀναγάλλιαζαν μέσα εἰς ὅλα τὰ ησυχώτατα νερὰ τῆς ἐρημίας· ὁλόστρωτη ἀκίνητη ἦταν ἡ μέση τῆς λίμνης ὡσὰν γαλάζια κόρη ὀφθαλμοῦ, ποῦ μένει ἀτάραχη, ὅταν τοῦ μέλλοντος μέριμνα δὲν ἔρχεται νὰ τὴν πειράξῃ. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἄκρη τῆς λίμνης ἐδῶ καὶ ἐκεῖ σκόρπια τὰ δέντρα, ποῦ τὴν ἐτριγύριζαν, ἐξαναφαίνονταν εἰς τὸ μάτι ἀπαράλλαχτα ὅπως εἶναι. A spring day so bright it makes the dead unbearable to think about.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟἈπ’ αὐτὰ, ποῦ σοῦ ἐχύσαν ἀπάνου,Ἕνα παίρνω θανάτου λουλοῦδι,Καὶ πικρὰ τὸ στερνό σου τραγοῦδι,Γλυκὲ υἱὲ τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀρχινῶ.Ἔχει ἀπείραχτο χρῶμα τὸ φύλλο,Ὅπως ἤτανε ζῶντας τὸ χεῖλο,Ποῦ τῆς νιότης γλυκὰ τὸ λουλοῦδιἘγελοῦσε δροσᾶτο, λαμπρό·Τώρα ἐσβύσθη, κι’ ἀργὰ τὸ τραγοῦδιΤὸ στερνό σου μὲ κάνει νὰ πῶ. The dream turns on her: the sailors curse her as the ship goes down.
Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,Ποὺ ’ς τὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νά σαι,Καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,Ποὺ μὴν ἀνοίξῃ ἡ κόλαση φοβᾶσαι·Οἱ κουπηλάταις κατὰ μὲ γυρίζουν.Βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε Ἀνάθεμά σε.Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,Καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει. The dead girl still smiles, and her brother refuses to believe it.
Θανάτου στεφάνιΤριγύρου ’ς τὴν κόμη·Εἶν’ ὄμορφη ἀκόμη’Σ τὴν ὄψη πολύ.Ὁ ἄγγελος ἴσως,Ποῦ παίρνει τὸ μίλημα,Τῆς πῆρε μὲ φίλημαΓλυκὸ τὴν ψυχή·Γιατὶ ἔχει χαμόγελοἈκόμη ’ς τὸ στόμα,Ποῦ λὲς καὶ ’ς τὸ χῶμαΔὲν πρέπει νὰ μπῇ. A mother circles the church wall, sniffing the air for sons who are already dead.
Στέκει, μυρίζεταιΕἰς τὸν ἀέρα,Καὶ συλλογίζεται, -Μαύρη μητέρα! -Σὰν κάτι νά θελενὰ θυμηθῇ.’Σ τὸν τοῖχο σύρριζαΣκύφτει, κυττάει,ΓλυκολυπούμενηΧαμογελάειΚατὰ τὰ ἐντάφιαΧόρτα πικρά.Κατὰ τὰ σύγνεφα,Κατὰ τ’ ἀστέρια,ΤρεμομανιάζονταςΡίχτει τὰ χέρια,Καὶ κλαίει καὶ ρυάζεταιΤρομαχτικά.Τὴς πέφτουν ἔπειτα,Καὶ ληθαργίζει,Καὶ πάλε ἀρχίναεΝὰ τριγυρίζῃΤὸ περιτείχισμαΠασπατευτά.Γύριζε, γύριζε,Τέλος ἐμπαίνει’Σ τὸ σημαντρήριοΚαὶ τ’ ἀναιβαίνει,Τὰ ἴχνη ἀλλάζονταςΣπουδαχτικά. A boat, a girl, and the wish to leave everything on the water.
Ἄχ! νἄσουνα μαζί μου,Ἀγάπη μου Μερτοῦλα,Σὲ τούτη τὴ βαρκοῦλαΜὲ τἄσπρο τὸ πανί.Ἄχ! νἄσουνα μαζί μου!Μὲ σὲ νὰ φύγω ἀπό δω,Ποῦ ἡ νιότη μου σὰ ῥόδοΓιὰ σὲ θὰ μαραθῇ.Μονάχα τότε οἱ δυό μας,Μέσ’ ’ς τοῦ πελάου τ’ς ἀγκάλαις,Χωρὶς μαρτύριαις ἄλλαις,Πάρεξ τὸν οὐρανό. Διονύσιος Σολωμός, 1859
The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.