BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Άπαντα»

Σελίδες από το «Άπαντα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Μόνος σε μια άδεια εκκλησία, ένας άντρας αποφασίζει πως είναι ο ίδιος θεός του.

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,Ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγροικιέται.Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·Εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποῦ χαλιέται.Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,Καὶ ὀχ τὴ ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετειέται·Μόνον οἱ σκόρπιαις δάφναις, ποῦ ἐμυρίζανἘκεῖ ποῦ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη,Καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·»Εἶπα κ’ ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Κάθε πόρτα που ανοίγει τού λέει τον ίδιο πασχαλινό χαιρετισμό, με φωνή που δεν αναγνωρίζει.

Πάει γιὰ νὰ βγῇ ’ς τὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει,Λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγηΚαὶ παρόμοια, τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγειΚαὶ μία τρίτα τοῦ λέει, Χριστὸς ἀνέστη.Αὐτοκίνηταις πάντα ἀνοιγοκλειοῦνεΟἱ τρεῖς θύραις καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.Καὶ ἰδοὺ τρία σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,Ποὺ ἕν᾿ ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,Ὅπου στρίψῃ, ὅπου πάῃ, τ᾿ ἀπελπισμέναΓοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.Λυγδερὰ καὶ πλατιὰ κι’ ὅλα σχισμέναΤὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Πώς φαίνεται το πέλαγος σ' εκείνον που δεν έχει κουπί ούτε τιμόνι.

Μοῦ φαίνεται πῶς πάω καὶ ταξιδεύω’Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ᾿ ὄνειρό μου·Μὲ τὸ κῦμα, μὲ τ’ς ἄνεμους, παλεύωΜοναχή, καὶ δὲ εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύωΠάρεξ τὸν οὐρανὸ ’ς τὸν κίνδυνό μου·Τόνε τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχωΠανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Δύο κυπαρίσσια σ' ένα νεκροταφείο κι ο άνεμος που τα κάνει να μοιάζουν πως καλούν.

Τώρα ποῦ ἡ ξάστερηΝύχτα μονάχουςΜᾶς ηὗρε ἀπάντεχα,Καὶ ἐκεῖ ’ς τοὺς βράχουςΣχίζεται ἡ θάλασσαΣιγαλινά·Τώρα ποῦ ἀνοίγεταιΚάθε καρδία’Σ την λύπη, ἀκούσετεΜίαν ἱστορία,Ποῦ τὴν αἰσθάνονταιΤὰ σωθικά.Σὲ κοιμητήριοΕἶναι στημέναΔύο κυπαρίσσιαἈδελφωμένα,Ποῦ πρασινίζουνεΜεσ’ ’ς τοὺς σταυρούς.Ὅταν μεσάνυχταΚαταβουΐζουν,Οἱ ἀνέμοι, ἄν τὰ βλέπεςΠῶς κυματίζουν,Ἔλεες πῶς κράζουνεΤοὺς ζωντανούς.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Το πρωί της Ανάστασης, όταν ακόμη και οι εχθροί καλούνται να φιληθούν.

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσεΤῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ὕστερο ἀστέρι,Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσεΤ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσεΤόσο γλυκὸ ’ς τὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,Ποὺ λὲς καὶ λέει μέσ’ ς’ τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·Γλυκειὰ ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Μια γυναίκα βλέπει έναν καλύτερο κόσμο στη λίμνη.

Ἀλλὰ ποῖος θὰ τοῦ κλείσῃ τὰ μάτια; Ποῦ εἶναι ἡ Μαρία, ἡ δύστυχη Μαρία; Αὐτὴ λείπει ἀπὸ τὰ χαράματα. Ἐπεριπλανᾶτο εἰς τὸν κάμπο μονάχη χαμογελῶντας, καὶ οἱ ἀχτῖνες τοῦ ἡλίου, ὅπου ἀνατέλλοντας ἐκαλοῦσε τοὺς θνητοὺς νὰ χαροῦν τὴ ζωή, ἀναγάλλιαζαν μέσα εἰς ὅλα τὰ ησυχώτατα νερὰ τῆς ἐρημίας· ὁλόστρωτη ἀκίνητη ἦταν ἡ μέση τῆς λίμνης ὡσὰν γαλάζια κόρη ὀφθαλμοῦ, ποῦ μένει ἀτάραχη, ὅταν τοῦ μέλλοντος μέριμνα δὲν ἔρχεται νὰ τὴν πειράξῃ. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἄκρη τῆς λίμνης ἐδῶ καὶ ἐκεῖ σκόρπια τὰ δέντρα, ποῦ τὴν ἐτριγύριζαν, ἐξαναφαίνονταν εἰς τὸ μάτι ἀπαράλλαχτα ὅπως εἶναι.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Μια μέρα τόσο φωτεινή, που ο θάνατος γίνεται αφόρητος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟἈπ’ αὐτὰ, ποῦ σοῦ ἐχύσαν ἀπάνου,Ἕνα παίρνω θανάτου λουλοῦδι,Καὶ πικρὰ τὸ στερνό σου τραγοῦδι,Γλυκὲ υἱὲ τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀρχινῶ.Ἔχει ἀπείραχτο χρῶμα τὸ φύλλο,Ὅπως ἤτανε ζῶντας τὸ χεῖλο,Ποῦ τῆς νιότης γλυκὰ τὸ λουλοῦδιἘγελοῦσε δροσᾶτο, λαμπρό·Τώρα ἐσβύσθη, κι’ ἀργὰ τὸ τραγοῦδιΤὸ στερνό σου μὲ κάνει νὰ πῶ.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Το όνειρο γυρίζει εναντίον της: οι ναύτες τη βρίζουν καθώς βουλιάζει το καράβι.

Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,Ποὺ ’ς τὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νά σαι,Καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,Ποὺ μὴν ἀνοίξῃ ἡ κόλαση φοβᾶσαι·Οἱ κουπηλάταις κατὰ μὲ γυρίζουν.Βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε Ἀνάθεμά σε.Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,Καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Το νεκρό κορίτσι χαμογελάει ακόμη κι ο αδελφός της αρνείται να το πιστέψει.

Θανάτου στεφάνιΤριγύρου ’ς τὴν κόμη·Εἶν’ ὄμορφη ἀκόμη’Σ τὴν ὄψη πολύ.Ὁ ἄγγελος ἴσως,Ποῦ παίρνει τὸ μίλημα,Τῆς πῆρε μὲ φίλημαΓλυκὸ τὴν ψυχή·Γιατὶ ἔχει χαμόγελοἈκόμη ’ς τὸ στόμα,Ποῦ λὲς καὶ ’ς τὸ χῶμαΔὲν πρέπει νὰ μπῇ.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Μια μάνα γυρίζει γύρω από τον τοίχο της εκκλησίας και μυρίζει τον αέρα.

Στέκει, μυρίζεταιΕἰς τὸν ἀέρα,Καὶ συλλογίζεται, -Μαύρη μητέρα! -Σὰν κάτι νά θελενὰ θυμηθῇ.’Σ τὸν τοῖχο σύρριζαΣκύφτει, κυττάει,ΓλυκολυπούμενηΧαμογελάειΚατὰ τὰ ἐντάφιαΧόρτα πικρά.Κατὰ τὰ σύγνεφα,Κατὰ τ’ ἀστέρια,ΤρεμομανιάζονταςΡίχτει τὰ χέρια,Καὶ κλαίει καὶ ρυάζεταιΤρομαχτικά.Τὴς πέφτουν ἔπειτα,Καὶ ληθαργίζει,Καὶ πάλε ἀρχίναεΝὰ τριγυρίζῃΤὸ περιτείχισμαΠασπατευτά.Γύριζε, γύριζε,Τέλος ἐμπαίνει’Σ τὸ σημαντρήριοΚαὶ τ’ ἀναιβαίνει,Τὰ ἴχνη ἀλλάζονταςΣπουδαχτικά.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Μια βάρκα, ένα κορίτσι κι η επιθυμία να αφήσεις τα πάντα πίσω στο νερό.

Ἄχ! νἄσουνα μαζί μου,Ἀγάπη μου Μερτοῦλα,Σὲ τούτη τὴ βαρκοῦλαΜὲ τἄσπρο τὸ πανί.Ἄχ! νἄσουνα μαζί μου!Μὲ σὲ νὰ φύγω ἀπό δω,Ποῦ ἡ νιότη μου σὰ ῥόδοΓιὰ σὲ θὰ μαραθῇ.Μονάχα τότε οἱ δυό μας,Μέσ’ ’ς τοῦ πελάου τ’ς ἀγκάλαις,Χωρὶς μαρτύριαις ἄλλαις,Πάρεξ τὸν οὐρανό.
— Άπαντα, Διονύσιος Σολωμός (1859)

Άπαντα

Διονύσιος Σολωμός, 1859

Τα ποιήματα που έγραψε ο Σολωμός καθώς αναζητούσε μια ελληνική ποίηση ικανή να σηκώσει ένα έθνος: θραύσματα λαχτάρας, θλίψης και ανάστασης, μερικά από τα οποία έμειναν ανολοκλήρωτα.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.