BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Τετράδιον Ε'»

Σελίδες από το «Τετράδιον Ε'» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Η πόλη σωπαίνει κι ο Αλή Πασάς μένει ξάγρυπνος.

Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει.Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει.Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτικι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι.Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει,κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος.Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένοκαὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει.Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια,ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Ο Χάρος οργώνει τη γη και το παιδί βρίσκεται στον δρόμο του.

Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε τὴ γῆ ποὺ τόνε τρέμει.Τ᾿ αὐλάκια του εἶναι μνήματα, ὁ σπόρος του φαρμάκι...Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε! Τὰ μαῦρα του τὰ βόδιαφυσομανοῦν στὸ κέντημα τῆς ἄσπλαγχνης βουκέντρας.Ὅθε περάσει τὸ γενί, ξαναγυρίζει δέντρα,ξεθεμελιώνει ριζιμιὰ καὶ συνεπαίρνει κόσμους.K᾿ ἐσύ, βλαστάρι τρυφερό, στὸ δρόμο του τί θέλεις;...
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Το φουσκωμένο ποτάμι περνά, κι ένας θαμμένος κορμός του απαντά.

«Κατέβαινε ὁλοφούσκωτο προχθὲς τὸ Δημοσάρι,μουγκρίζοντας στὸ διάβα του, σὰ νὰ ζητοῦσε ἀμάχη.Δὲν τὸ βαστοῦσαν ριζιμιά, δὲν τὸ κρατοῦσαν σφάχτες,στὸ πέρασμά του ἐγέρνανε σὰν νὰ τὸ προσκυνοῦσανοἱ σχῖνοι, τ᾿ ἀγριοπρίναρα. Τὸ κῦμα στὸ θυμό τουἐρροβολοῦσε πάντα ἐμπρός, θεότυφλο, ὠργισμένο,καὶ πέφτει κατακέφαλα μ᾿ ὅλη τὴν ἀνδρειά τουγιὰ νὰ ρουφήξῃ ἕνα κοντρὶ ποὺ τὤφραξε τὸ δρόμο.Ἔστεκα ἐγὼ κ᾿ ἐκύτταζα, κι ἀπ᾿ τὴ βουβὴ τὴν πέτραἄκουσα τότε μιὰ φωνὴ σὰν νά ῾βγαινε ἀπ᾿ τὸν ᾅδη.«Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε νὰ σκιάζῃς ἄλλους,ἐμὲ μ᾿ ἐπάτησε βαρὺ ποδάρι ἀνδρειωμένου,μ᾿ ἐστοίχειωσε τὸ αἷμα του, κ᾿ εἶμαι θεμελιωμένογιὰ νὰ φωνάζω ἀνάθεμα σ᾿ ἐκείνους ποὺ προδίνουν.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Μια πεσμένη κολόνα κι αστέρια που σβήνουν από πάνω της.

Σβήνοντ᾿ ἀστέρια φλογερὰ μὲς στοῦ οὐρανοῦ τὰ βάθη·ἐμπρός μου ἀκλόνητο βουνὸ ἐσάλεψε κ᾿ ἐχάθημὲς στοῦ πελάου τὸ βάραγγα... Κι ὡστόσο εἶχα πιστέψειὅτι δὲν θά ῾τον ἀρκετὴ γιὰ νὰ σὲ καταστρέψειτῆς μοίρας ὅλ᾿ ἡ δύναμις... Ἀγαπητό μου χτίριο,λησμονημένης γενεᾶς ἄταφο μεγαθήριο!Δέξου τὸ μοιρολόγι μου...Ὅταν σὲ βλέπω, κλαίω...Σὰ νά ῾σουν ραχοκόκαλο προκατακλυσμιαῖοοἱ χρόνοι σ᾿ ἐξεκλείδωσαν, καὶ κάθε σου σφοντύλιτώρα στὸ χῶμα σέπεται καὶ τὸ πατοῦν οἱ σκύλοι...Ἀκατανόητος θυμός, ὀργὴ Θεοῦ, κατάρα!...
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Πενήντα χρόνια μετά, η ανατριχίλα ακόμα βόσκει την καρδιά.

Πενῆντα χρόνοι πέρασαν σὰν νἄτανε μιὰ μέρα!...Γιὰ σᾶς ποὺ εἶσθε ἀθάνατοι φεύγουν γλυκειαῖς, πατέρα,πετοῦν ἡ ὥραις ἀμέτρηταις στοῦ τάφου τὸ λιμάνι...Γιὰ μᾶς... καὶ μόνη μιὰ στιγμὴ ἀρκεῖ νὰ μᾶς μαράνῃ...Πενῆντα χρόνοι πέρασαν κι’ ἀκόμη ἡ ἀνατριχίλαβαθειὰ μᾶς βόσκει τὴν καρδιά... Μὲ τὰ χλωρὰ τὰ φύλλαἀνθοβολεῖ κι’ ὁ τὰφος σου καὶ στὸ μνημόσυνό σουὑψώνεται στὸν οὐρανὸ τὸ νεκρολίβανό σουμὲ τῶν ἀνθῶν τὴ μυρωδιὰ καὶ μὲ τὸ καρδιοχτύπιτοῦ κόσμου,, ποὺ ἐζωντάνεψες... Γέροντα, τὶ σοῦ λείπει;...Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;...Ποιός εἶν’ ὁ πόθος σου ὁ κρυφὸς καὶ ποιό τὸ μυστικό σου;...
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Δύο νεκροί κάτω από το ίδιο χιόνι, τυλιγμένοι σ' ένα σεντόνι.

Διαβαίνει ἀνήφορους καὶ μονοπάτια,βράχους ἀπάτητους, νεροσυρμαίς,ἐξημερώθηκε μὲς στὰ Παλάτια,ἐψυχομάχησε χίλιαις φοραῖς.Τὸ μνῆμα ἐπρόσμενε... Λιγάκι ἀκόμανὰ φτάσῃ τὤλειπε... πετιέται ὀρθός,πηδᾷ, ἀνδρειεύεται... τὸ ἔρμο χῶμασφίγγει στὰ δόντια του, πέφτει νεκρός.Τὸ βράδυ ἀνέλπιστα πιάνει τὸ χιόνικι’ ὁ τάφος κρύβετεαι βαθειὰ βαθειά,λὲς κ’ ἐσαβάνωσαν σ’ ἕνα σεντόνιτὰ δυὸ τὰ λείψανα σφιχτὰ σφιχτά.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Ένα περιπλανώμενο πουλί χωρίς πατρίδα βρίσκει ελευθερία στα φτερά του.

Μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦθ᾿ ἔρχομαι, μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦ τρέχω·πατρίδα ἐγὼ δὲν ἔχωπαρὰ τοῦ βάτου τ᾿ ἄγριο, τ᾿ ἀγκαθερὸ κλαρί·μὲ δέρνει τ᾿ ἀνεμόβροχο, εἶμαι φτωχὸ πουλί.Ὁ λόγκος τὸ παλάτι μου, καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά·πετῶ, κορνιάζω ξέγνοιαστος ὅσο ῾χω τὰ φτερά.Λίγη δροσούλα τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀκούραστο λαρύγγιμοῦ τὸ ξεφρύγει, ὅταν διψῶ, καὶ ζῶ μ᾿ ἕνα μυρμήγκι.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Ο Όλυμπος και η Όσσα φιλιούνται, κι από την ένωσή τους γεννιέται ένας ήρωας.

Βλαχάβα ποιὸς σ’ ἐγέννησε, ποιὰ μάνα, ποιὸς πατέρας;Ὁ Ὄλυμπος ἀγάπησε τὴν ὤμορφη τὴν Ὄσσα....Μιὰ νύχτα ἦταν ἄνοιξη, χαρὰ Θεοῦ γαλήνη....Κρυφομιλοῦνε τὰ βουνὰ, ὁλονυχτῇς ρωτιῶνται.Καὶ σὰν ἐβγῆκε ὁ Αὐγερινὸς κι’ ἀρχίσανε τὰ ῥόδαΝὰ ξεφυτρώνουν τῆς αὐγῆς ψιλὰ στὰ κορφοβούνια,Ὁ Ὄλυμπος ἐκύτταξε τὴν ὤμορφη τὴν Ὄσσα,Τὴν εἶδε ποῦ κοκκίνιζε σὰν ντροπαλὴ παρθένο,Καὶ γέρνει, γέρνει τὴν κορφὴ καὶ τὴ φιλεῖ ’ς τὸ στόμα,Κι’ εὐθὺς μ’ ἐκεῖνο τὸ φιλὶ ποὖναι ζωὴ καὶ φλόγα·Ἀνάφτουν, ζωντανεύουνε τῆς νειόνυφης τὰ σπλάγχνα,Καὶ δὲν ἐπέρασε καιρὸς, χρόνοι πολλοὶ καὶ μῆνεςΠ’ ἀκούστηκε σὰ μιὰ βοὴ μὲς τ’ Ἄγραφα τὸν ΠίνδοΤ’ ἀρματωλοῦ τὸ πάτημα τοῦ φοβεροῦ Βλαχάβα.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Η σιωπή του μαρμάρου πριν ακουστεί ξανά το κάλεσμα.

Τὸ μάρμαρο μένει βουβό... Καὶ θὰ νὰ μείνῃ ἀκόμαποιός ξέρει ὡς πότ’ ἀμίλητο τὸ νεκρικό του στόμα...Κοιμᾶται κι’ ὀνειρεύεται... καὶ τότε θὰ ξυπνήσῃ,ὅταν στὰ δάση, στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, βροντήσῃτὸ φοβερό μας κήρυγμα... «Χτυπᾶτε, πολεμάρχοι!...Μὴ λησμονεῖτε τὸ σχοινί, παιδιά, τοῦ Πατριάρχη!»...
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Για τον ποιητή, η έμπνευση είναι τρέλα που πληρώνει με το σώμα του.

Πᾶσα στιγμὴ ἐμπνεύσεως εἶναι δι’ ἐμὲ στιγμὴ παραφροσύνης καὶ ὅλος ὁ ὀργανισμός μου πάσχει δεινῶς ἐκ τῆς πυρακτώσεως τῆς φαντασίας. Οἱ καρδιακοὶ παλμοί, οἵτινες θὰ μὲ φέρουν ὀγλήγωρα εἰς τὸν τάφον, εἶναι τὸ μόνον μου κέρδος ἐκ τῆς ποιητικῆς διαθέσεως». Καὶ πρὸ τῆς ἐξομολογήσεως ὅμως ταύτης, πολλάκις ᾐσθάνθημεν ἀναγινώσκοντες τοὺς στίχους του, ὅτι ἦσαν ἐκ τῶν πληρονομένων ἀκριβὰ κατὰ τὸν πεζὸν τοῦτον αἰῶνα, ὅτε ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι ὡς πρὶν αἰόλειος λύρα ἠχοῦσα ἐκ τῆς περιπνεούσης αὔρας, ἀλλ’ ἀναγκάζεται ν’ ἀνασκάψῃ τὰ σπλάγχνα του πρὸς ἀνεύρεσιν ποιητικῆς ἰκμάδος.
— Τετράδιον Ε', Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1847)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.