Τα Γεωργικά
Βιργίλιος, -29
Η αγροτική χρονιά ως κοσμική τάξη: το ποίημα του Βιργιλίου για το χώμα, τα κλήματα, τις μέλισσες και τους θεούς που κρύβονται μέσα τους, σε έμμετρη ελληνική μετάφραση.
Σελίδες από το «Τα Γεωργικά» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Κι αν η πιο ευτυχισμένη ζωή είναι αυτή με τις λιγότερες περισπάσεις;
Ω τρισμακάριστοι οι γεωργοί σαν ξέρουν ταγαθά τους!Η ίδια η γης δικαιότατη τους χύνει από το χώμαΕύκολη ζήση, μακρυά από τα διχόγνωμα όπλα.Ψηλό παλάτι, με μπασιές περήφανες, την κάθεΑυγή, α για κείνους δεν ξερνά χαιρετιστάδων πλήθοςΑπ’ όλες του τες κάμαρες, κι’ ορθούς πλουμιδισμένουςΜε ωραίο μπαγά α δε λαχταρούν, και ντυμασιές κλεισμένεςΣτο μάλαμα, και χάλκωμα της Κόρινθος, κι’ αν τάσπροΜαλλί δε βάφουν πορφυρό στ’ Ασσυριακό φαρμάκι,Κι’ α με κανέλλα δε χαλούν του αγνού λαδιού τη χρήση,Μα δεν τους λείπει η ξέγνοιαστη γαλήνη, δεν τους λείπειΖωή με πλούτη μπόλικα, που πλάνες δεν κατέχει·Μα δεν τους λείπει η ανάπαψη στους διάπλατους τους κάμπους,Σπηλιές, και λίμνες ζωντανές, τα παγερά τα Τέμπη. Κι αν οι μέλισσες είναι κάτι παραπάνω από έντομα, ένα κομμάτι του νου του κόσμου;
Με τούτες τες απόδειξες και ακολουθώντας τούταΤα ξόμπλια, κάποιοι εδίδαξαν πως στα μελίσσια υπάρχειΜοιράδι από το θεϊκόν το νου κ’ αιθέριο πνέμα,Γιατί ο θεός τα πάντα, λεν, γιομίζει, τη γης όλη,Τες πλατωσιές της θάλασσας και τουρανού τα βάθη,Κι’ από τον ίδιον την ψιλή ζωή τους ανασέρνουνΚοπές, κοπάδια κι’ άνθρωποι και κάθε γένος άγριοΚι’ όσα γεννιώνται, και σ’ αυτόν βέβαια γυρίζουν όλαΚ’ ελεύτερα ξανάρχονται· και δεν υπάρχει τόποςΤου χάρου, μα όλα ζωντανά κι’ ανάμεσα στ’ αστέριαΠέτονται και στον ουρανό προς τα ψηλά ανεβαίνουν. Μια πρόσκληση σε θεό να σηκώσει μανίκια και να πατήσει σταφύλια.
Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ — εδώ πούνε τα πάνταΓιομάτα από χαρίσματα δικά σου, που για σέναΟ κάμπος, το χινόπωρο σταφύλια φορτωμένος,Ανθεί, κι’ αφρίζει στους ληνούς τους ξέχειλους ο τρύγος —Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ, στο νέον το μούστο βούταΜαζή μου τα γυμνά μηριά σα βγάλεις τους κοθόρνους. Όταν οι γεωργοί γίνονται στρατιώτες, γέρνει όλος ο κόσμος.
Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμαΤης Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους,Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του ΟλύμπουΤα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμαΓια τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιοΑλλάχτηκε και τ’ άδικο: κ’ ήρθαν στον κόσμο τόσοιΠόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν.Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ’ αλέτρι δεν τιμάει,Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια,Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουνΣκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης,Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουνΟι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες. Ένα βασίλειο που το κρατά ενωμένο μόνο ο βασιλιάς.
Και προσπαπούνων πρόγονους μετρούν. Το ρήγα κι’ όλαςΗ Αίγυπτο έτσι δεν τιμά, μηδέ η τρανή Λυδία,Ούτε των Πάρθων οι λαοί κι’ ο Μηδικός Υδάσπις.Σαν είνε ο ρήγας άβλαβος μια γνώμην έχουν όλες.Μα αφού χαθεί συντρίβεται κ’ η πίστη τους αμέσως,Το στοιβασμένο μέλι τους ατές τους διαγουμίζουνΚαι μοναχές τους τες πλεχτές κηρήθρες χαντακόνουν.Εκείνος είνε ο φυλαχτής του έργου· τον θιαμάζουν,Με μπουμπουνίσματα πυκνά τον τρογυρίζουν όλες,Ντρυμόνονται πολλές μαζή σιμά του και τον παίρνουνΠολλές φορές στο νώμο τους, και ρίχνουν το κορμί τουςΣτον πόλεμο, κι’ από πληγές λαμπρό χαλεύουν τέλος. Ο καιρός φεύγει κι εμείς γυρνάμε γύρω γύρω, σκλάβοι του πόθου.
Άλλα ξεφεύγει αγύριστος, φεύγει ο καιρός ως τόσο,Ενώ του πόθου σκλάβοι εμείς περιγυρνάμε ένα ένα.Είπα αρκετά για τες κοπές και τώρα τάλλο μέροςΤης έγνοιας μου απολείπεται: κοπάδια μαλλοφάραΝα ξεκινήσω στες βοσκές κι’ αναμαλλιάρες γίδες.Εδώ η δουλειά είνε· δυνατοί ξωμάχοι απόδω ελπίστεΤον έπαινο, και θετικός εγώ είμαι στην ψυχή μουΠως θα νικήσει ο στίχος μου, κι’ ας είνε το έργο μέγα.Και τούτα, και σε πράματα μικρά τιμή θα σμίξω.Αλλά μία αγάπη τρυφερή στου Παρνασσού με παίρνειΤους έρημους ανήφορους· χαιράμενος διαβαίνωΒουνοκορφές, που στο γλυκό το πλάγι τους κανέναςΔρόμος παληός δε ροβολά κατά την Κασταλία.Ας τραγουδήσω βροντερά, σεβάσμια Πάλης, τώρα. Το δέντρο που βγαίνει από σπόρο προσφέρει τον ίσκιο του στα εγγόνια.
Μπόρεσες βέβαια κρούβονται στη γης· αλλά και τούτα,Σα κεντρωθούν ή σα στηθούν σ’ ανασκαμμένο λάκκο,Έτσι αλλαγμένα, παραιτούν το φυσικό τους τ’ άγριο,Κι’ αμέσως υποτάζονται στες τέχνες, που εσύ θέλεις,Με τα συχνά δουλέματα. Και πράζει κι’ όλας έτσιΤο δέντρο αυτό που στέρφικο βλασταίνει από τες ρίζεςΤες πλιο βαθειές, σα φυτευτεί στους ανοιχτούς τους κάμπους·Τώρα της μάννας της ψηλής η φυλλωσιά κ’ οι κλάδοιΤο ισκιάζουν και το ροδαμό του παίρνουν σα θ’ αξήσει,Και σα θα κάμει τον καρπό, το στίφουν. Μα τα δέντρα,Που εγίνηκαν από σπορές ριγμένες, σιγοαξαίνουνΚ’ ίσκιο στα αγγόνια ταργητά θα κάμουν. ΜπασταρδεύουνΤα μήλα που τα πρώτα τους ζουμιά ξεχνούν· και βγάζουνΤσαμπί τα κλήματα άσκημο, που τα πουλιά το βόσκουν. Η ρίζα φτάνει τόσο βαθιά όσο ψηλά απλώνεται η κορυφή.
Ίσως ρωτάς τι βάθωμα ταυλάκια πρέπει νάχουν;θα τόλμουνα να μπιστευτώ το κλήμα σε σαϊττάριΣτενό· το δέντρο μπήγεται βαθύτερα στα σπλάχναΤης γης, κι’ ο πρίνος μάλιστα, που όσο με την κορφή τουΣτου αιθέρα απλόνει τες πνοές, και με τη ρίζα τόσοΈρχεται προς τα Τάρταρα· γι’ αυτό μήτε ο χειμώνας,Μήτε βροχάδες κι’ άνεμοι δε θα τον ανασπάσουν,Αλλά θα μείνει ασάλευτος και θένα καταβάλειΣτο δούρημα πολλότατους απόγονους κ’ αιώνες.Αφίνοντας πολλές γενιές ανθρώπων να διαβαίνουν,Και τότες πέρα απλόνοντας τα μπράτσα και τους κλώνουςΤους δυνατούς, ολόγυρα τον απεικό τον ίσκιοΑυτός στη μέση στέκοντας βαστά με τον κορμό του. Μια υπόσχεση να κάνεις τα μικρά να φανούν τεράστια.
Τώρα του αέρινου μελιού τα ουράνια δώρα ας ψάλω,Τήρα, Μαικήνα, μ’ αγαθό βλέμμα κι’ αυτό το μέρος.Μικρών πραμάτων θιαμαστά θεάματα για σένα:Κι’ άρχοντες μεγαλόψυχους, κι’ ολάκερης μιας φάραςΤα έργα, τα συστήματα, τα πλήθη, τες αμάχες,Θένα ιστορήσω στη σειρά. Στα μικροστά ξεπέφτω,Αλλά δε θάνε μικροστή κ’ η δόξα, αν οι αναντίοι Το φεγγάρι ορίζει τις μέρες για φύτεμα, φυγή και κλεψιά.
Τες πρόσφορες για τες δουλιές ημέρες μ’ άλλη τάξηΚαι το φεγγάρι εδιόρισεν: αλάργευε την πέμτη,(Τες Εριννύες εγέννησε, τον Άδη κι’ όλας, σύνταΗ γης με γέννα βλάστημη τον Ιαπετό, τον ΚοίονΈκαμε και τον άσπλαχνο τον Τυφωέα, κι’ όλαΤαδέρφια, πούχαν ορκιστεί τον ουρανό να σκίσουν.Αγωνιστήκαν τρεις φορές την Όσσα να ποθώσουνΠάνου στο Πήλιο, ω θάμασμα, και πάνου από την ΌσσαΤο δεντρωμένον Όλυμπο βάλθηκαν να κυλήσουν. Βιργίλιος, -29
Η αγροτική χρονιά ως κοσμική τάξη: το ποίημα του Βιργιλίου για το χώμα, τα κλήματα, τις μέλισσες και τους θεούς που κρύβονται μέσα τους, σε έμμετρη ελληνική μετάφραση.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.