Τα Δαιμόνια στο ρέμα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903
Ένα παιδί παρασύρεται από μια αφηνιασμένη φοράδα κι ύστερα χάνεται σ’ ένα ρέμα γεμάτο στοιχειά. Ο Παπαδιαμάντης στα πιο συναρπαστικά και τρυφερά του.
Σελίδες από το «Τα Δαιμόνια στο ρέμα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Κάποιος που ξέρει τι έκανες το πρωί και τι έπρεπε να κάνεις.
Μ’ εκάλεσεν ονομαστί, και είπε: ― Πώς ήλθες εδώ, τέκνον; ― Έχασα το δρόμο, απήντησα εγώ. Ο γέρων έσεισε την κεφαλήν. ― Έτσι χάνουν τον δρόμον τους, είπεν, όσοι δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν. Μήπως σ’ έστειλαν πουθενά εις υπηρεσίαν και λέγεις έχασα τον δρόμον; Διατί δεν έκαμες υπακοήν; Δεν σου είπεν ο πατήρ σου ότι έπρεπε να μείνης εκεί μέχρι τέλους της λειτουργίας; Διατί έφυγες; Δεν ήξευρα τι να του πω. Δεν μου ήρχετο μάλιστα να τον ερωτήσω πώς το ηξεύρει. ― Και δεν σου έφθανεν ο κίνδυνος που έτρεξες να σε σκοτώση η φοράδα, σήμερον το πρωί; Δεν έπρεπεν να σωφρονισθής; ― Α! ήσουν αντίκρυ και μ’ έβλεπες; είπα εγώ, μη γνωρίζων τι άλλο να είπω. ― Ημείς τα βλέπομεν, είπε παραδόξως εκείνος. Εγώ είμαι ο Χαιρήμων μοναχός, διά τον οποίον σού διηγείτο προχθές ο πατήρ σου. Δεν εσκεπτόμην τίποτε. Όταν ένα παιδί ανακαλύπτει πως του αρέσει να τρέμουν οι μεγάλοι γι’ αυτό.
Δεν ενθυμούμαι πλέον τί ησθανόμην, ο φόβος τον οποίον εδοκίμαζα, μετείχε θελγήτρου τινός, και δεν με παρέλυε. Μου ήρεσκε το χοροπήδημα εκείνο επάνω στο σαμάρι, και μ’ έτερπον καθ’ υπερβολήν αι εναγώνιοι κραυγαί των γυναικών. Ο πατήρ μου, έκφρων, έτρεχε, φορών μόνον το ζωστικόν του, ασκεπής την κεφαλήν, με την κόμην ανεμίζουσαν. Ω, επίστευε τάχα ότι ήμην άξιος τόσης μερίμνης; Κ’ εκολακευόμην ότι ήμην πράγμα πολύτιμον, φευ, της πλάνης! Οι γυναίκες με τις μεγάλες ποδιές που γλιτώνουν κρυφά τα παιδιά από την τιμωρία.
Δεν ενόησα πώς εξύπνησα, ούτε ιδέαν είχον αν είχ’ αποκοιμηθή. Ευρέθην έχων ανοικτούς οφθαλμούς. Βαθύ, άρρητον άρωμα, ωσάν απ’ όλα τα θυμάρια, τας μυρσίνας, και τ’ άγρια άνθη του βουνού, μαζευμένα εις ένα σωρόν, μου ήρχετο εις τους μυκτήρας. Πλησίον μου ίσταντο αι δύο γυναίκες, αι οποίαι από πολλού μ’ εζήτουσαν. Ήτο μεσημβρία ήδη κ’ εγώ από πέντε ωρών έλειπα από τον περίβολον του ναΐσκου, όπου ευρίσκετο ο πατήρ μου. ― Αχ! άπονε, απόκοτε, είπεν η μία των δύο γυναικών. Πήγες με τα παλιόπαιδα κ’ εγύριζες στα χαμένα! ― Και σ’ αφήσανε κ’ εχάθηκες μες στο ρέμα. Κ’ εκρύφτηκαν απ’ το πρόσωπο του πατέρα σου. Κ’ εμάς μας είπαν πως δεν σε είδαν! ― Τώρα, πώς θα γλυτώσης το ξύλο; είπεν η πρώτη. Μ’ όλο το δίκιο, σου πρέπει να τις φας... ― Σιώπα συ, είπεν η άλλη. Έλα κ’ εμείς θα σε γλυτώσουμε. Χάνεσαι μεσημεριάτικα και κάθε θρόισμα μοιάζει με βήμα.
Che la diritta via era smaritta. Ανέβαινα και ανέβαινα το ρεύμα, και ολονέν εχανόμην. Δεν επανεύρισκα, όχι, τον εαυτόν μου, άλλα μάλλον τον έχανα. Ω, ναι, είχε χαθή δι’ εμέ η ευθεία οδός. La diritta via era smaritta. Πότε έπεφτα μέσα εις διαφόρους λάκκους και λεκάνας του νερού, μη ευρίσκων ορατόν μονοπάτι, επειδή οι λάκκοι ούτοι εφράττοντο ένθεν και ένθεν από βράχους ολισθηρούς, αιχμηρούς, ή από αγρίους ακανθώδεις θάμνους. Πότε επροσπάθουν ν’ αναρριχηθώ εις βράχους χθαμαλούς, οπωσούν βατούς, οπόθεν ουδεμία υπήρχε θέα. Οιονεί σκότος ηπλούτο εν μέση ημέρα, της αγνωσίας το σκότος. Αριστερά, εις απόστασιν μιλίου, εις την ρίζαν του προς ανατολάς βουνού, έβλεπα έν παλαιόν ημιερειπωμένον κτίριον. Εκαλείτο ο Μύλος της Καμινίτσας. Ήτο παλαιός νερόμυλος, άχρηστος και έρημος τώρα. Κατ’ αρχάς έκλαυσα ακράτητα. Είτα τα δάκρυά μου εστείρευσαν. Ησθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν να εύρω διέξοδον. Ενθυμούμην τα «κρούσματα», τα άλλως «στοιχειά», τα οποία μού ηπείλησαν τα φεύγοντα παιδία. Ένα παιδί υπολογίζει ψύχραιμα τις πιθανότητες να σκοτωθεί.
Εγώ ορμεμφύτως εκρατούμην από τα δύο προεξέχοντα παγίδια, οιονεί τα κέρατα, του σάγματος. Και η φοράδα έτρεχε τρελή, κ’ η τριχιά εσύρετο κάτω, και δεν έτυχε να πιασθή πουθενά, εις σχισμάδα ή χαμόκλαδον ή παλουκοειδές ξύλον. Και τίς ηξεύρει αν θα ήτο διά καλόν ή διά κακόν, αν επιάνετο; Ή το σχοινίον θα εκόπτετο, με την ορμήν του εξηγριωμένου ζώου, και τότε η μανία του θα ηύξανεν, ή το σχοινίον θ’ αντείχε, και τότε εγώ, με τα άτακτα λοξά πηδήματα της φοράδας, πιθανόν να εξεσφενδονιζόμην πουθενά, εις βράχον ή κρημνόν, ή ακανθώδεις θάμνους και αιχμηρούς κορμούς κομμένων δένδρων. Πόση απόσταση χωράει ανάμεσα σε μια φωνή και σ’ αυτόν που μπορεί να την ακούσει.
Εκεί εστάθην κι αγνάντεψα. Υπήρχε τέλος θέα. Προς βορράν έβλεπα την θάλασσαν, μακράν ηπλωμένην, απρόσιτον, άσχετον, χωρίς αιγιαλόν ή ακτήν, χωρίς όχθην. Ο ήλιος έλαμπε πολύ εκεί κάτω, κ’ εγυάλιζεν, εγυάλιζεν ο καταγάλανος πόντος. Ρεύματα έσχιζον δαιδαλοειδώς την επιφάνειαν. Αι ακτίνες του ηλίου έπαιζαν, εβουτούσαν, εχόρευαν εις τον αφρόν του κύματος. Προς τα βορειοδυτικά είδα τον λόφον αντικρύ. Ήτο εκεί το εξωκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου. Αλλά πόσον μακράν, πόσον μακράν εφαίνετο! Είδα επάνω εις την στέγην του ναού ένα ανθρωπίσκον, ως ψύλλον, κολλημένον εις τα φαιάς πλάκας της στέγης. Εγίνετο, κατ’ αυτήν την παραμονήν, επισκευή της οροφής του ναΐσκου. Εκείνος τον οποίον διέκρινα ήτο χειρώναξ, κτίστης ή τέκτων. Έβαλα μίαν φωνήν. ― Ε ε ε! ’δω είμαι· ελάτε! Αλλά πού ν’ ακουσθή! Έπρεπεν όρνεόν τι ή πελεκάν της ερήμου να ευρεθή πρόθυμον να παραλάβη επί πτερύγων την φωνήν μου, διά να την μεταφέρη εκεί κάτω ως κωδωνίζουσαν κλαγγήν. Ένας τόπος που περιγράφεται σαν βυζαντινός ύμνος.
Υψηλά επί του λόφου του περιφανούς, του βλέποντος προς βορράν εις το πέλαγος, ίσταται ο ναΐσκος του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Άνω και κάτω και ολόγυρα, πολυσχιδείς λόφοι και ράχεις και δειράδες, όπου γυμνοί, αμαυροί, ανεμόπληκτοι βράχοι εναλλάσσουσιν αρμονικώς με πλουσίας λόχμας και συστάδας θάμνων, από πρίνους και αγριελαίας, και πελωρίους σχοίνους δακρύοντας αγριομαστίχην, σχηματίζοντας εις καλύβην τους μακρούς κατηρεφείς κλώνας των, όπου όχι σπανίως ευρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διά τα κοπάδια των οι λιναρόξανθοι με τας μακράς ράβδους βοσκοί. Κάτω, τα κράσπεδα όλης της ακτής φιλούσι με υγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, με αγρίους πόθους και με εξάλλους ορμάς, μαύρα και γαλανά τα κύματα· μέλη σειρήνων εις την επιφάνειαν και κάλλη σειρήνων, και νηρηίδων ανεκλάλητα μυστήρια εις το βάθος. Νερό που πέφτει μεσημεριάτικα και δεν το βλέπει κανείς.
Πέραν της κρήνης εξέρχεται τώρα η πηγή του νερού, ως να έχη αποπλανηθή και ζητή την μοναξίαν. Η βρύσις βγαίνει από ένα βράχον, καλυπτόμενον από μέγαν φουντωτόν σχοίνον. Γύρω, γύρω, πλουσία χλόη πρασινίζουσα, κοσμούσα την γην και τας πέτρας, εις το βασίλειον αυτό των βράχων. Αποστάζει αδάμαντας ρευστούς το πολυτρίχι, λεπτοφυές, περίεργον χόρτον, το οποίον λέγουν ότι ήτο καλόν βότανον διά τας λεχούς. Πελώριος βράχος φράττει εν μέρει την θέαν, κάθετος, όρθιος, ως τοίχος. Άλλοι βράχοι χθαμαλώτεροι, σχιστοί, αιχμηροί, αμαυροί, υψούνται, κύπτουν, πλαγιάζουν τριγύρω. Από τα στήθη των τα λάσια από χλόην, κάτω εις τους γυμνούς πόδας των, ρέει το νερόν. Πότε σχηματίζει ρυάκια και ρεύματα, πότε μικράς λίμνας και λεκάνας. Οι βρισιές που μένουν στο στόμα των παιδιών για δεκαετίες.
Έτρεχον εγώ απηλπισμένος κατόπιν των. ― Καρτερείτε κ’ εμέ! Του κάκου. Έτρεχαν, έτρεχαν. Δεν ημπορούσα να τους φθάσω. Έκλαιον εις μάτην. ― Εσύ δεν είσαι για να πιάνης καβούρια· είσαι για να τρως χαράμια! ― Είσαι για τυφλοψώμια! Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερομένους εις τους ναούς. Με εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι. Εκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Οι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Και διά τούτο εμέ μ’ επεριφρονούσαν. ― Καρτερείτε κ’ εμένα! ― Νά! τώρα θα σε φάνε τα κρούσματα... ― Μια στιγμή, καρτερείτε! ― Θα σε φάνε τα στοιχειά... Η μικρή αμέλεια που οπλίζει τη συμφορά.
Επάνω εις την ράχιν του βουνού, καθώς εμέλλομεν να κατηφορίσωμεν προς την βορειοδυτικήν κλιτύν, ανάμεσα εις πυκνούς φράκτας και ευώδεις λόχμας, όπου ο δρόμος γίνεται οιονεί σκιάς τις δροσοστάλακτος και αδιαπέραστος εις τας ακτίνας του ηλίου, ο Μήτρος ο Πρανάς ήθελε ν’ αφήση εις βάρος μας την φοράδα του, και να υπάγη εις ένα αγρόν υψηλότερα, εις την κορυφήν, προς τον Άι-Θανάση. Εκεί, καθώς μας απεχαιρέτισε κ’ έφυγε, δεν εφρόντισε να παραδώση τον χαλινόν του ζώου εις χείρας του πατρός μου, άλλ’ έρριψε την άκρην της τριχιάς κάτω εις το έδαφος, όπως έτυχεν, άνοιξε τα πόδια του τα υποδεμένα καλά με φασκιές, κ’ έφυγε δρομαίος. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903
Ένα παιδί παρασύρεται από μια αφηνιασμένη φοράδα κι ύστερα χάνεται σ’ ένα ρέμα γεμάτο στοιχειά. Ο Παπαδιαμάντης στα πιο συναρπαστικά και τρυφερά του.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.