Σονέτα
Λορέντζος Μαβίλης, 1915
Ένας Έλληνας πατριώτης και μεταφραστής του Χάινε, ο Μαβίλης έγραψε σονέτα που υμνούν το ωραίο και τα βάζουν με τους σωβινιστές. Ποιήματα για την ομορφιά, τους νεκρούς και την αγάπη που γλιστράει στο φοβερό σούρουπο.
Σελίδες από το «Σονέτα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Σήκωσε την πέτρα από το μυστήριο. Μη φοβηθείς το δάγκωμα.
Τοῦ μυστήριου ἀνασήκωσε τὴν πέτραΚαὶ μὴ σκιαχτῇς τὸ δάγκωμα τοῦ ἀστρίτα·Τὴν ἀλήθεια ἀκατάπαυστα ἀναζήταΚαὶ ἰδὲς ἂν εἶναι, ὡς λέν, ψυχοπονέτρα.Μία μία τὲς σαγιττιὲς τοῦ πόνου μέτραΚαὶ ἄγρυπνος τὲς πληγὲς ποῦ ἀνοίγουν κοίτα·Μηνύτρα φτάνει ἡ κάθε μιὰ σαγίτταἈπ’ τῆς ἄσπλαχνης Μοίρας τὴ φαρέτρα.Καὶ ἂ βρῇς ποῦ ὁ πόνος εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια,Τότες ἀπ’ τ’ ἀντριωμένα σου τὰ στήθιαΓδύσου τὴν ταπεινότη τῆς ὀρφάνιας·Στῆς Ὀμορφιᾶς, στῆς Δύναμης τὴ γλύκα,Μὲ ἀλαλητὸ χαρὰς καὶ περηφάνειαςΓίνε Θεός σου καὶ τὴ Μοῖρα νίκα. Ο ήλιος δύει σαν τριαντάφυλλο, κι ο Θάνατος φτάνει σαν νανούρισμα.
Ἄρρωστε, ἰδές, λαμπρὰ σβύνεται ἡ μέρα,Τριανταφυλλὶ προμήνυμα τοῦ χάρου·Τόση γαλήνη στὰ γεμάτα χάρουΠοῦ μοῖρα σοῦ φιλεύει ἀνοιχτοχέρα.Καὶ στὸ ναὸ ποῦ ἄσπρος φαντάζει πέρα—Σὰ νἄγιναν κολῶνες τοῦ μαρμάρουΟἱ ἁρμονίες ἑνὸς ὕμνου τοῦ ΠινδάρουΠήζοντας ξάφνου μὲς τὸν ἅγιο ἀγέρα—Ἔμπα, κοίμου καὶ ὁ ὕπνος θὰ σὲ γιάνῃ·Θὰ ὀνειρευτῇς τὴν ὀμορφιὰ τὴν ἴδιαΠοῦ μὲ τ’ ἀρχαῖο τραγούδι θὰ γλυκάνῃΤῆς καρδιᾶς σου τὰ θλίβερα ξεσκλίδια:«Τὸν ἀγαπᾷ ὁ θεὸς πεθνήσκει νέος·Μὴν ξυπνᾷς· εἶμαι ὁ Θάνατος ὁ ὡραῖος.» Εκείνη αγάπησε τα σονέτα του, μα ύστερα ράγισε ό,τι κρυβόταν πίσω τους.
Σοῦ ἀρέσαν τὰ σονέττα μου καὶ ἀγάλιἈγάλι ἐψυχοπόνεσες κ’ ἐμένα,Κ’ ἐχάρισές μου, ὀμορφομάτα μου, μ’ ἕναΦίλημα τὴν καρδιά σου τὴ μεγάλη.Ποιὸς ἐρράγισε τ’ ἄλικο ἀνθογυάλι,Καὶ ἀντὶς αἷμα νερὰ θωρῶ χυμένα,Καὶ τ’ ἄνθια τῆς ἀγάπης μαραμένα;Εἶχε ὁ γιαλὸς τῆς γλύκας γυρογιάλι;Μισοκρύβεται ἕν’ ἄχαρο βιβλίοΣκονισμένο, παλιὸ στὸ ὕστερο ράφι·Τὸ ἐδιάβασες μιὰ μέρα σ’ ἕνα πλοῖοΚαὶ δὲν καλοθυμᾶσαι οὔτε τί γράφει·Μὰ μιὰ στάλα ζωῆς πιωμένη σὤχειΚι’ ἀκόμα δὲν τὸ παραρρίχνεις, ὄχι. Οι νεκροί είναι τυχεροί, γιατί λησμονούν. Εμείς θυμόμαστε.
Καλότυχοι oἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνετὴν πίκρα τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσηὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση,μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνεστῆς λησμονιάς τὴν κρουσταλλένια βρύσημὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση,ἂν στάξη γι’ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε. Μια γέρικη ελιά πεθαίνει, κι οι μέλισσες φωλιάζουν ήδη στην κουφάλα της.
Στὴν κουφάλα σου ἐφώλιασε μελίσσι,Γέρικη ἐλιά, ποῦ γέρνεις μὲ τὴ λίγηΠρασινάδα ποῦ ἀκόμα σὲ τυλίγειΣὰ νἄθελε νὰ σὲ νεκροστολίσῃ.Καὶ τὸ κάθε πουλάκι στὸ μεθύσιΤῆς ἀγάπης πιπίζοντας ἀνοίγειΣτὸ κλαρί σου ἐρωτάρικο κυνῆγι,Στὸ κλαρί σου ποῦ δὲ θὰ ξανανθίσῃ.Ὢ πόσο στὴ θανὴ θὰ σὲ γλυκάνουν,Μὲ τὴ μαγευτικιὰ βοὴ ποῦ κάνουν,Ὁλοζώντανης νιότης ὀμορφάδεςΠοῦ σὰ θύμησες μέσα σου πληθαίνουν·Ὢ νὰ μποροῦσαν ἔτσι νὰ πεθαίνουνΚαὶ ἄλλες ψυχὲς τῆς ψυχῆς σου ἀδερφάδες. Ένα λυχνάρι σβήνει στο όνειρο, κι ένας αδελφός πεθαίνει.
Νύχτα, μὲ δίχως ἄστρα οὐδὲ φεγγάρι,Σὲ μιὰν ἄγρια παράδερνα λαγκάδα·Ξάφνου μὲ σκιαχτερὴ ξένη ἀσκημάδαΤρεῖς Ἄχαρες θωρῶ σ’ ἕνα λογγάρι.Ἡ μεσινὴ ψηλὰ κρατεῖ λυχνάρι,Ποῦ τῶν τριονῶν φωτίζει τὴν ἀχνάδα·Οὐρλιάζοντας μ’ ἀταίριαστη βραχνάδαἈργὰ ξαλλάζουν τὸ ἑξάδιπλο ἀχνάριΚι’ ὀμπρός μου σταματοῦν. Τότε στυλόνειἩ κάθε μιὰ τὰ μάτια κατὰ μένα·Ἡ μεσινὴ τὸ λύχνο χαμηλόνειΚαὶ φού! τὸν σβυοῦν οἱ τρεῖς μὲ φύσημ’ ἕνα.Φρενιασμένος ἐξύπνησα. Ἄχ! τὸ φῶς μου,—Τὴν ἴδια ὥρα έσβύστηκε ὁ αδρεφός μου! Μια σειρήνα αναδύεται από τη θάλασσα και προσφέρει στους ναύτες τρία δώρα.
Σειρῆνα πρασινόχρυση, μὲ μάτιΣὰν τῆς ἀγάπης, μὲ λαχτάρας χείλια,Ἀχτιδομάλλα, ὀρθοβύζα, μὲ χίλιαΜύρια καμάρια καὶ λέπια γεμάτη,Τραγοῦδι τραγουδᾷς μὲς τὴ ροδάτηΚατάχνια τοῦ πελάου, καὶ στὴν προσήλιαΤοῦ ἀγέρος πλατωσιὰ καὶ στὰ βασίλειαΤῆς γῆς πνοὴ τὸ σέρνει μυρωδάτη:«Σὰν τὸ γάλα τῆς αἴγας ἈμαλθείαςΘρέφει θεοὺς καὶ τὸ φιλί μου ἐμένα,Ἐλᾶτε νὰ χαρῆτε μὲς τῆς θείαςἈγκαλιᾶς μου τὸ σφίξιμο ἑνωμένα,Πρόσφυγες τῆς ζωῆς, δῶρα ἅγια τρία·Θάνατο, ἀθανασία κ’ ἐλευθερία». Ο κόσμος είναι ένα πλουμιστό πέπλο. Κι αν κρύβει κάτι όμορφο;
Ὁ κόσμος εἶναι πλανερὸ μαγνάδιΚεντισμένο μὲ ρόδα καὶ μὲ βάγια,Μὲ ἥλιους καὶ μ’ ἄστρα, ποῦ τὸ ἀπλόν’ ἡ MayaἈπάνου ’ς τῆς ἀλήθειας τὸ σκοτάδι.Σ’ ἀγαπούσαμε τόσο, ἔρμο ρημάδιΓιατὶ στὴ μέση ἀπ’ τῆς ζωῆς τὰ μάγιαΣτὴν ψυχή μας φανέρονες τὴν ἅγιαΤοῦ θανάτου θωριά, τὸν κρύον ᾍδη,Τὸ τίποτα· καὶ ἀνήξερα στὰ βάθιαΤοῦ εἶναι μας ἐξύπναες μιὰ λαχτάραΝὰ γλυτώσουμε ἀπ’ ὅλα μας τὰ πάθια,Τὴν πικρὴ νὰ ξορκίσουμε κατάραΤῆς ζωῆς, καὶ νὰ μποῦμε μονομίαςΣτ’ ἄδυτα τῆς θεϊκῆς ἀνυπαρξίας. Τα λέει φτωχά, κι ύστερα αρνείται να τα πουλήσει για όσο κι αν του δώσουν.
Ἄχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,Τῆς ζωῆς μου ἀκριβό, κρυφὸ καμάρι,Ἀπὸ καθάριο βγαίνετε ζυμάριΚ’ εἴσαστε γεννημένοι ὄχι ὅπως τύχη.Δὲν κελαηδᾶτε ἀνούσιοι κι’ ἄσκοπ’ ἦχοιΣὰν τραγούδια ελαφρόμυαλου ἐρωτάρη,Μὰ κι’ οὔτε παραιτᾶτε τὸ συρτάριΝὰ βρῆτε ἀγοραστὴ τόσο τὸν πῆχυ.Γιατ’ εἴσαστε ψυχοῦλες καὶ κορμάκιαΤῶν πόθων καὶ τῶν πόνων μου, ποῦ πλήθιαΠικρὰ μ’ ἐσυχνοπότισαν φαρμάκια·Εἴδωλά εἰναι οἱ χαρές, καϋμὸς ἡ ἀλήθεια,Καὶ ἀλήθεια εἶν’ ἡ ζωή! Μὰ τί μὲ μέλει·Θωρῶ ἐσᾶς κι’ ὁ καημὸς γένεται μέλι. Πίνουν από το ποτήρι της, μα δεν ξέρουν τι κρύβει.
Κρουσταλλένιο, διάφανο, γεμάτοἈπ’ ἄδολο κρασὶ ποῦ πορφυρίζει,Μὲ κούνημα θερμό, μ’ αἴστημα ἀκράτοἝνα φτωχὸ ποτῆρι σ’ ἀντικρύζει,Σὲ λαχταράει, σὲ γγίζει· μὰ τ’ ἀφράτοΠιοτὸ σὰν αἷμα χύνεται, σκορπίζει,Καὶ τὸ ποτῆρι μένει ἄδειο ὣς τὸν πάτοΓιατὶ τὸ σκούντημά σου τὸ τσακίζει.Μὰ σὺ στέκεις ἀτάραχη καὶ κρύα,Ἀργυρόκουπα, πλούσια ἱστορισμένη,Μὲ τὴν περήφανή σου θεωρία.Εἶσαι νὰ σ’ ἀγαποῦν συνηθισμένη·Στὴν πικρὴ τῆς ζωῆς χαροκοπίαΔὲ δείχνεις μὲ τί σ’ ἔχουν γεμισμένη. Λορέντζος Μαβίλης, 1915
Ένας Έλληνας πατριώτης και μεταφραστής του Χάινε, ο Μαβίλης έγραψε σονέτα που υμνούν το ωραίο και τα βάζουν με τους σωβινιστές. Ποιήματα για την ομορφιά, τους νεκρούς και την αγάπη που γλιστράει στο φοβερό σούρουπο.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.