Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1835
Ένα ασχημόπαπο, ένας ματαιόδοξος βασιλιάς κι ένας μονόποδος στρατιώτης που ερωτεύεται μια χορεύτρια. Τα παραμύθια του Άντερσεν, γυμνά και αληθινά.
Σελίδες από το «Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Για πρώτη φορά τον λένε όμορφο, κι εκείνος δεν ξέρει πού να κοιτάξει.
Το δε ασχημόπαπον εντράπη και έκρυβε την κεφαλήν κάτω από την πτέρυγά του, και δεν ήξευρε τι να κάμη. Ήτο τόσον ευτυχισμένον, και δεν ήτο διόλου υπερήφανον. Εσυλλογίζετο πως έως τώρα το κατεφρόνησαν και το επείραζαν. Και τώρα ήκουε να λέγουν ότι ήτο τόσον ωραίον! Τώρα έως και τα δένδρα εκρεμούσαν τα κλαδιά των εις το νερόν διά να το βλέπουν. Ετίναξε τα πτερά τον, εσήκωσε τον λαιμόν του και εφώναξε χαρούμενον από τα βάθη της καρδίας του: Πού να ονειρειθώ τόσην ευτυχίαν όταν ήμουν ασχημόπαπον! Το πρωί, βρίσκουν στη στάχτη ένα κομμάτι κασσίτερου σε σχήμα καρδιάς.
Εκεί κάπως ήνοιξεν η θύρα και ο άνεμος επήρε την χορεύτριαν από τον πύργον της εμπρός, και την επέταξε μέσα εις την φωτιάν κοντά εις τον στρατιώτην. Το φόρεμά της ήναψε διά μιας, και εκάη όλη αμέσως. Τότε και ο στρατιώτης έλυωσε. Και την αυγήν η υπηρέτρια, όταν επήρε την στάκτην, τον ηύρε μέσα εκεί. Είχε γείνει ένας βώλος, αλλά ωμοίαζεν ωσάν καρδία το σχήμα του. Από δε την χορεύτριαν δεν εσώθη τίποτε, παρά μόνον το τριαντάφυλλόν της, το οποίον είχε μισοκαή και ήτο κατάμαυρον. Έρχεται το φθινόπωρο κι ένα κοπάδι κύκνων περνά στον ουρανό.
Επλησίαζεν εν τούτοις το φθινόπωρον. Τα φύλλα εις το δάσος εκιτρίνιζαν και εκοκκίνιζαν, ο δε ψυχρός άνεμος τα ήρπαζε και τα έκαμνε να χοροπηδούν. Τα σύννεφα εχαμήλωναν ωσάν να τα εβάρυναν τα χιόνια, και οι κόρακες εκρύωναν και εφώναζαν κρωκ, κρωκ! Το παπί έβλεπεν όλα αυτά και ήτο συλλογισμένον. Έν βράδυ, ενώ ο ήλιος εβασίλευεν εις όλην του την ωραιότητα, έν κοπάδι μεγάλων πτηνών κατέβηκεν από τον ουρανόν· ήσαν κάτασπρα με μεγάλους λαιμούς, τους οποίους εκινούσαν με πολλήν χάριν. Ήσαν κύκνοι. Εφώναζαν μίαν περίεργην φωνήν, ήπλωναν τα λαμπρά κάτασπρα πτερά των, και ητοιμάζοντο να φύγουν από τα ψυχρά κλίματα εις άλλους ωραίους τόπους, όπου τους επερίμενεν ο ήλιος πάλιν. Και επέταξαν υψηλά υψηλά! Το δε άσχημον παπί ησθάνετο κάτι παράδοξον αίσθημα ενώ τους έβλεπε να πετούν. Καλοκαίρι στα χωράφια, κι οι πελαργοί περπατούν σαν να τους ανήκει το λιβάδι.
Η εξοχή ήτο εις όλην της την ωραιότητα. Ήτο καλοκαίρι, και εις τα χωράφια το σιτάρι εκιτρίνιζε. Εις τα πράσινα λειβάδια είχαν στοιβάσει οι χωρικοί το χόρτον, και οι πελαργοί με τα κόκκινα και μακριά ποδάρια των επεριπατούσαν επάνω και κάτω με πολλήν αξιοπρέπειαν, και ωμιλούσαν Αιγυπτιακά· διότι αυτή είναι η μητρική των γλώσσα. Όλοι στην αυλή στρέφονται εναντίον του παπιού που δείχνει διαφορετικό.
Και ήρχισαν τα παπιά να τρέχουν εδώ κ’ εκεί, αλλά το υστερογέννητον, το μεγάλον παπί, όλοι το έσπρωχναν, και το επερίπαιζαν, και το εδάγκαναν, και πάπιαι και όρνιθες. Όλοι το εύρισκαν μεγάλον και άνοστον. Ο δε κούρκος, ο οποίος εφαντάζετο ότι είναι μεγάλο υποκείμενον, διότι είχε κόκκινα γένεια, εφούσκωσε και ήνοιξε την ουράν του και ώρμησε προς το πτωχόν παπί, και εφώναξε κλου, κλου, κλου, και έγεινε κατακόκκινη η μούρη του. Το δυστυχισμένον παπί δεν ήξευρε πού να σταθή, ούτε πού να φύγη, και ήτο μελαγχολικόν, επειδή όλος ο κόσμος το επερίπαιζε και το εκαταφρονούσε. Το πουλί στο κλουβί τραγουδά για τον ουρανό που έχασε.
Όταν εξημέρωσε, το άνθος ήνοιξε πάλιν τα κάτασπρα φύλλα του και τα ήπλωσε προς τον ήλιον, και ήκουσε την φωνήν της κίχλας. Αλλά δεν εκελαδούσε χαρούμενη καθώς χθες. Σήμερον η φωνή της ήτο λυπημένη και το λάλημά της μελαγχολικόν. Είχε δίκαιον η πτωχή κίχλα να είναι λυπημένη! Την είχαν πιάσει χθες, και τώρα ήτο κρεμασμένη εις έν κλουβί έξω από το παράθυρον. Και εκελαδούσε τώρα και έκλαιε τα περασμένα, την ελευθερίαν της, τα πράσινα χωράφια, την ανθισμένην γην και το ελεύθερόν της πέταγμα εις τον ουρανόν! Ένας μονόποδος στρατιώτης βλέπει μια χορεύτρια με το ένα πόδι σηκωμένο και νομίζει πως μοιάζουν.
Τριγύρω εις την λίμνην ήσαν στημένα μερικά δένδρα, εις δε την λίμνην μέσα έπλεαν τρεις κύκνοι. Επί του όλου ήτο ωραίον πράγμα ο πύργος αυτός, αλλά το ωραιότερον από όλα ήτο μία νέα κυρία, η οποία έστεκεν εμπρός εις την ανοικτήν θύραν του πύργου. Ήτο κομμένη από χαρτί, και εφορούσεν έν ωραίον τούλινον φόρεμα με μίαν μεταξωτήν ζώνην γαλάζιαν, και εις την μέσην της ζώνης είχεν έν λαμπρόν τριαντάφυλλον χάρτινον, μεγαλείτερον από την κεφαλήν της. Η νέα αυτή είχεν ανοικτά και τα δύο της χέρια, ωσάν να εχόρευε, το δε έν της ποδάρι το είχε σηκωμένον από οπίσω, αλλά τόσον υψηλά, ώστε ο χωλός στρατιώτης δεν ημπορούσε να το ιδή, και ενόμισεν ότι και η νέα είχεν έν μόνον ποδάρι, καθώς αυτός. Μια μάνα πάπια παίρνει πολύ σοβαρά το πώς πρέπει να στέκεσαι.
Βλέπετε παπάκια μου, είπεν η πάπια. Αυτός είναι ο κόσμος. Και ετέντωσε τα μάτια της, διότι ενοστιμεύετο και αυτή την κεφαλήν του ψαριού. Σαλεύετε και σεις, εξηκολούθησε, και βλέπετε μήπως εύρετε τίποτε. Αλλά προσοχή! Κλίνατε τα κεφάλια σας και χαιρετήσατε εκείνην την μεγάλην πάπιαν. Την βλέπετε; Είναι η σημαντικωτέρα από όλους ημάς εδώ. Είναι από Ισπανικόν γένος· διά τούτο έχει τόσον πάχος. Παρατηρείτε ότι το έν της ποδάρι είναι δεμένον με έν κόκκινον κουρέλι; Αυτό είναι ό,τι επισημότερον ημπορεί να επιθυμήση μία πάπια. Θα ειπή ότι όποιος την έχει δεν θέλει να την χάση, και από αυτό το σημάδι την γνωρίζει όλος ο κόσμος. Τινάξατε τα πτερά σας. Μη γυρίζετε από μέσα τα δάκτυλά σας. Τα καλοαναθρεμμένα παπιά γυρίζουν έξω τα δάκτυλα, καθώς την μητέρα σας και τον πατέρα σας. Ιδού! Τώρα γυρίσατε τον λαιμόν σας και ειπήτε ραπ! Ένα κάλπικο νόμισμα αναρωτιέται τι αξίζει όταν κανείς δεν το δέχεται.
Ήτο γενική κατακραυγή εναντίον μου, και έτρεμα εις τα δάκτυλα τα οποία με εκρατούσαν, οπότε επρόκειτο να περάσω διά νόμισμα του τόπου όπου ευρισκόμην, η πτωχή! Τι δυστυχία, έλεγα· τι μου χρησιμεύει η αξία μου, ο τίτλος μου, αφού δεν έχουν πέρασιν; Εις τα μάτια του κόσμου δεν έχει κανείς ειμή όσην αξίαν ο κόσμος του δίδει. Αν εγώ η αθώα αισθάνομαι και υποφέρω τόσα μαρτύρια μόνον και μόνον διότι δεν με θέλουν διά καλήν, τι θα υποφέρη όποιος έχει την συνείδησιν βαρείαν και είναι τω όντι κακός! Ένας βασιλιάς αλλάζει ρούχα τόσο συχνά, που όλοι το ξέρουν.
Ήτο μίαν φοράν ένας βασιλεύς, ο οποίος αγαπούσε τόσον πολύ τα νέα φορέματα, ώστε εξώδευεν όλα του τα χρήματα διά να ενδύεται μεγαλοπρεπώς. Δεν τον έμελε ούτε διά στρατιώτας, ούτε διά θέατρα, και η μόνη του ευχαρίστησις ήτο να εβγαίνη με την άμαξαν και να βλέπη ο κόσμος τα λαμπρά του φορέματα. Διά κάθε ώραν της ημέρας είχε χωριστήν ενδυμασίαν, και ο λαός έλεγε περί αυτού: «ο βασιλεύς αλλάζει τώρα», καθώς αλλού λέγουν: «ο βασιλεύς έχει συμβούλιον.» Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1835
Ένα ασχημόπαπο, ένας ματαιόδοξος βασιλιάς κι ένας μονόποδος στρατιώτης που ερωτεύεται μια χορεύτρια. Τα παραμύθια του Άντερσεν, γυμνά και αληθινά.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.