Παραμονή Χριστουγέννων
Αχιλλέας Παράσχος, 1878
Παραμονή Χριστουγέννων, ο Χριστός και ο Πέτρος γυρίζουν τον κόσμο γυρεύοντας την πόρτα που θα ανοίξει ακόμη. Μια τρυφερή, πικρόχολη χριστουγεννιάτικη ματιά με ρομαντική διάθεση.
Σελίδες από το «Παραμονή Χριστουγέννων» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τι βλέπει ένας πιστός σ' έναν ναό που χτίστηκε για άλλους θεούς.
Ἐταξειδέψαν σὲ πολλὰ τοῦ κόσμου ἀκόμη μέρη·ὅλη τὴ νύχτα Δάσκαλος καὶ Μαθητὴς γυρνοῦσεκαὶ τόσους πόνους τοῦ Χριστοῦ ἐγιάτρεψε τὸ χέρι!Καὶ στὴν Ἑλλάδα βρέθηκε ποὺ τόσο ἀγαποῦσε·γιατὶ μονάχα ὁ Σταυρὸς καὶ τὸ δικό της χέρι,αὐτὰ τὰ δύο ἐδείξανε τῆς Βηθλεέμ τ’ ἀστέρι!Εἰς τὴν Ἀθήνα ἔφθασε τὸ ἅγιο τὸ Ζευγάρι·τοῦ Παρθενῶνα ὁ Χριστὸς ἐκύτταξε τὴ χάρι,κ’ εἶπε στὸν Πέτρο, δείχνοντας ἀργὰ τὰ λείψανά του·- Ὁ οὐρανός μου μοναχὰ περνᾷ τὴν εὐμορφιά του·εἴχανε μοῖρα οἱ θεοὶ οἱ ψεύτικοι μεγάλη·ποιὰ ἐκκλησιά μας ἠμπορεῖ μπροστά του νὰ προβάλῃ;Ἄ! καὶ νὰ ἤμουνα ἐκεῖ ὁποῦ ἐθεωροῦσετὸν Παρθενῶνα καὶ γι’ αὐτὸν στὸν Πέτρο ὡμιλοῦσε. Το γραφείο ενός νυχτερινού συγγραφέα και όσα φανερώνει για τη ζωή του.
Ὀρνίθι ἔκραξε αὐγῆς· ὀλίγη νύχτ’ ἀκόμακαὶ ὀλίγη ἤτανε αὐγή. Εἰς τ’ οὐρανοῦ τὸ δῶμαἔσβυναν τ’ ἄστρα, χάνουνταν στ’ ἀγνώριστά του βάθη,ὅταν Χριστὸς καὶ Μαθητὴς μπρὸς σ’ ἕνα σπίτι ἐστάθη·σκοτάδι τὸ ἐσκέπαζε κ’ ἕνα του μόνο δῶμα,φωλίτσα Μούσης πρωϊνῆς, φωτίζουνταν ἀκόμα.Στὸ δῶμα ἐκεῖνο μονομιᾶς βρεθήκανε κ’ οἱ δύο,καὶ εἶδαν νειό – σχεδὸν παιδί – ἀπάνω σὲ θρανίο. Η στιγμή που μια γιορτή παύει να είναι γιορτή για κάποιον μέσα στο πλήθος.
Καλοῦσε ἡ μάνα Ἐκκλησιὰ μὲ τὴ γλυκειὰ λαλιά της,εἰς τοῦ Θεοῦ τὴ γέννησι νὰ πᾶνε τὰ παιδιά της...Χαρᾶς φωναὶς ἀκούσθηκαν εἰς τοῦ Θεοῦ τὴν πόλι·τὰ σπίτια ἔλαμψαν μὲ μιᾶς κι’ ἄνοιγε κάθε θύρα,οἱ δρόμοι ἀπὸ κύματα λαοῦ γεμίσαν ὅλοικ’ ἐπήγαιναν στὴν ἐκκλησιὰ στὴ γέννα τοῦ Σωτῆρα!Κι’ ἀκολουθοῦσε ὁ Χριστὸς κι’ ὁ Πέτρος· σὲ κομμάτι,στὴ θεία ἔφθασαν σπηλιὰ ποὺ ὑψώθη σ’ ἐκκλησία,καὶ τοῦ Κυρίου ἔβλεπε χαρούμενο τὸ μάτι,τῆς ταπεινῆς κοιτίδος Του τὴ θέσι τὴν ἁγία.Θυμήθη τὴ Μανούλα του χλωμὴ ἀπὸ τὴ Γέννα·τοὺς Μάγους μὲ τὰ δῶρά τους γονατιστοὺς μπροστά Του,τὴν ὄψι Του τή βρεφικὴ μὲ μάτια δακρυσμένα,κ’ έσυγκινήθ’ ἡ θεϊκὴ κι’ ἀνθρώπινη καρδιά Του. Τι σημαίνει όταν τα σκυλιά του σπιτιού ξέρουν περισσότερα από τους καλεσμένους στο τραπέζι.
Τρώγουν καὶ πίνουν, τραγουδοῦν, γελοῦν καὶ πίνουν πάλι·γιὰ τὴν ὐγειὰ τοῦ ἄρχοντα προπίνουν καὶ μεθοῦνεκαὶ στρέφουνε τὸ πρόσωπο καὶ τὸν περιγελοῦνε...Κι’ αὐτὸς στὸ περιγέλιο τους γελᾷ καὶ καμαρόνει·σὲ κάθε μιά τους πρόποσι τρεῖς σπιθαμαῖς ψηλόνεικαὶ μέσα στὰ ποτήρια τους κρασὶ τῆς Κύπρου χύνει.Πλὴν γιὰ μετάδοσι σταλιὰ στὴν ἐκκλησιὰ δὲν δίνει!Ἄχ· πόσοι μὲ τ’ ἀτίμητα κεῖνα κρασιὰ ποὺ πίνουνκαὶ κατὰ γῆς τὰ χύνουν,πόσοι μπορούσανε πτωχοὶ νὰ ζήσουν, νὰ ντυθοῦνε·πόσα κορίτσια νὰ σωθοῦν πριχοῦ νὰ κρεμασθοῦνε!Σὰν κτήνη ὅλη τὴ νυχτιὰ μεθούσανε ἐκείνη·ἄ, ὄχι· ὡσὰν ἄνθρωποι· μὴ βρίζωμε τὰ κτήνη... Πώς μοιάζει η φιλοξενία όταν στο σπίτι δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα.
Ἐγύριζε ἀπ’ τὴν ἐκκλησιὰ ὁ κόσμος· εἶχε πάρει,ἀπ’ τοῦ Χριστοῦ τὴ Γέννηση καθένας χαρᾶς χάρι·τραπέζι τοὺς περίμενε στὸ σπίτι ἐτοιμασμένοκ’ ἐπήγαιναν χαρούμενοι... πλὴν πήγαιναν ἀκόμαπολλοὶ σὲ σπίτι σκοτεινὸ κι’ ἀπ’ ὅλα στερημένο·χωρὶς φωτιά, χωρὶς ψωμί· - δὲν τρώγει κάθε στόμα...- Πᾶμε νὰ δώσωμε νερὸ σὲ διψασμένα χείλη;Στὸν Πέτρο, εἶπ’ ὁ Λυτρωτής· πτωχὴ χτυπῆσαν θύραμικροῦ σπιτιοῦ ποὺ ἀμυδρὸ ἐφώτιζε κανδῆλι·καὶ στὴ στιγμὴ τὴν ἄνοιξε μαυροντυμένη χήρα.Σ’ ὅλη τὴν Ἱερουσαλὴμ καμμιὰ δὲν ἦτον ἄλλητόσο φτωχὴ ὡσὰν κι’ αὐτήν· κ’ εἶπ’ ὁ Χριστὸς «πεινοῦμε·ψωμὶ δὲν ἔχ’ ἡ ξενιτειά, δὲν ἔχει προσκεφάλι·καὶ νηστικοὶ μέσ’ σὲ σπηλιαὶς δυὸ μέραις ξενυχτοῦμε! Πώς φαίνεται μια πολιτεία σ' εκείνον που γυρίζει στο πατρικό του σπίτι.
Δ’Ὕπνος γλυκὺς ἐκοίμιζε τὸν κόσμο· στ’ ὄνειρό του,στὴ φάτνη μέσα ἔβλεπε παιδάκι τὸ Θεό του·Χαρὰ τὸν ἀπεκοίμιζε, χαρὰ θὰ τὸν ξυπνήσῃ,τὸ μεσονύκτι τ’ ἄγιο σ’ ὀλίγο σὰν κτυπήσῃ.Μπρὸς ὁ Χριστὸς κι’ ὀπίσω του ὁ Πέτρος περπατοῦσεκαὶ τὰ σπιτάκια ἔβλεπαν τῆς Βηθλεέμ· λιβάνιπαντοῦ ἐμοσχομύριζε, κερὶ λαμποκοποῦσε·τὶ μέρα ἐξημέρονε ἀπ’ τὴ νυχτιὰ ἐφάνη...Ἐχάϊδευε μὲ τὴ γλυκειὰ ὁ Ἰησοῦς ματιά Του,τὰ μέρη ὅπου ἔπαιζε ἕνα καιρὸ παιδάκι·τὴν νειότη Του τὴ σοβαρὴ θυμήθηκ’ ἡ καρδιά Τουκ’ εἶδε τὸ μέρος πὤτρεχε ἕνα μικρὸ ρυάκι. Τι θέλεις να πεις στον Θεό όταν η τιμωρία μοιάζει δυσανάλογη.
Εἰς τῆς πλατείας βγήκανε σιωπηλοὶ στὴ μέση·- Βλέπεις, τοῦ εἶπε ὁ Χριστός, τί εἶνε τὰ παλάτια;Ἀλλὰ τὸ δύστυχο αὐτὸ θὰ γκρεμισθῇ, θὰ πέσῃ·ὅλοι σὲ λίγο θὰ χαθοῦν καὶ θὰ γινοῦν κομμάτια!Ἔξω, ναὶ ἔξω ἀπ’ τοὺς δυὸ ἐκείνους σκύλους μόνο...Κ’ ἐστέναξε· καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη ἔχει πόνο·τὸν πόνο ποὔχει σὰν κτυπᾷ πατέρας τὸ παιδί του,ὁποῦ ἐκεῖνο τιμωρεῖ καὶ δέρνει τὴν ψυχὴ του...Γι’ αὐτὸ μετάνοιωσ’ ὁ Θεὸς ὁποῦ μᾶς ἔχει φτιάσει·περνοῦσε τόσο ἔμμορφα τὸν ἄνθρωπο πρὶν πλάσῃ! Η διαφορά ανάμεσα στο να σκορπάς λεφτά και στο να μη δίνεις δεκάρα σ' όποιον τα χρειάζεται.
Μπρὸς σὲ πλατεῖα βρέθηκαν καὶ εἶδαν φωτισμένο,στὴ μέση ἑνὸς περιβολιοῦ παλάτι ἀνυψωμένο·γύρω-τριγύρω τὤζωναν δεντράκια καὶ λουλούδια,κι’ ἄκουγες ὄργανα, χαραὶς καὶ γέλια καὶ τραγούδια·τὴ νύχτα ἐκείνη ἐγιόρταζε μὲ κόλακας κι’ ἀσώτουςἕνας μεγάλος ἄρχοντας καὶ πρῶτος εἰς τοὺς πρώτους.Φιλάργυρος καὶ ἄσωτος μ’ ἀνθρώπους ποὺ μισοῦσε,μ’ ἀνθρώπους ποὺ μισόξευρε καὶ δὲν τοὺς ἀγαποῦσε.Μὲ πόνο τὸ χρυσάφι του ἐσκόρπαε σὰν χῶμα,ἐκεῖ ὁποῦ καὶ ἄσωτος δὲν τὸ πετᾷ ἀκόμα!... Αχιλλέας Παράσχος, 1878
Παραμονή Χριστουγέννων, ο Χριστός και ο Πέτρος γυρίζουν τον κόσμο γυρεύοντας την πόρτα που θα ανοίξει ακόμη. Μια τρυφερή, πικρόχολη χριστουγεννιάτικη ματιά με ρομαντική διάθεση.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.