Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, η ομορφιά της άνοιξης συναντά την πείνα, τον έρωτα και την απόφαση να μείνουν ελεύθεροι.
Σελίδες από το «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η άνοιξη γίνεται πιο όμορφη και πιο επικίνδυνη μαζί.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. Μια παλιά δόξα επιστρέφει μαζί με εκείνη που την είδε.
Μακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·Μόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·«Εκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·Με τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.Φωνή ’πε ―Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·Παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, Καλέ, χαρά σου!Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―Τούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;Η αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμουΗ κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .Χαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη. Τι κάνει έναν τόπο άξιο να τον υπερασπιστείς, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα;
Εδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·Τα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.» Πώς κρατάς το θάρρος όταν η ομορφιά σε καλεί να παραδοθείς;
«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»Χαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·Αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,Κι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·Και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,Τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,Βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,Τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. Ένας κόσμος από ήχους χωρά στη χαρά και ανοίγει στην αγάπη.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.21.Ανάξιε δούλε του Χριστού, κάτου τα γόνατά σου.22.Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.23.Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·Η Ανατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.Κάποι από την Ανατολή κι’ από τη Δύση κάποι·Κάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη. Όταν ο πόλεμος ξεπερνά τους ανθρώπους, ακόμη και τα νησιά φοβούνται.
Στην πεισμωμένη μάχηΣφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,Και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,Κι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,Κι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι,Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.» Σε μια στιγμή ανάγκης, η ελπίδα μπορεί να χωρέσει σε λίγο ψωμί.
Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,Κι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,Και με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.11.Οι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι. Πόσο μακριά μπορεί να είναι η ελπίδα και να σε οδηγεί;
Το πολιορκούμενο Μεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,Πόφαγε κόκαλο πολύ του Τούρκου και τ’ Αράπη.39.Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.40.Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,Κι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.41.Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.42.Κι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος. Η έξοδος αρχίζει από το πιο βαθύ σημείο.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.44.Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.45.Ο αριθμός του εχθρού,Τόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.46.Η Ελπίδα περνάει από φριχτήν ερημία μεΤα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.47.Χάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα. Κάποια χαμόγελα είναι απλώς ένας τρόπος να κρατήσεις τα δάκρυα μέσα σου.
Εχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·Κι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.8.Παρασταίνεται ο Ιμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.Καθώς εκεί στην Αραπιά . . . . . . . . . . . .Χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο. Διονύσιος Σολωμός, 1859
Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, η ομορφιά της άνοιξης συναντά την πείνα, τον έρωτα και την απόφαση να μείνουν ελεύθεροι.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.