BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Οδύσσεια»

Σελίδες από το «Οδύσσεια» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Ο σκύλος αναγνωρίζει πρώτος τον αφέντη του, χωρίς να μπορεί να του μιλήσει.

Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης,ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει.Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια,ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.”Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν,σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ’ αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει,ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει,ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ’ εἶχε φύγει ἐκεῖνοςστὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ’ ἄλλους καιρούς οἱ νέοιτὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.Τώρα, π’ ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένοστὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε,ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθετὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Γιατί δεν πιστεύουμε τα όνειρα που θέλουμε περισσότερο να βγουν αληθινά;

“Ἔχουμε, ὦ ξένε, ὀνείρατα ζαβά, μὲ κούφια λόγια,κι ἀπ’ ὅσα ὀνειρευόμαστε, σωστὰ δὲ βγαίνουν ὅλα.Δυὸ θύρες τ’ άλαφροΐσκιωτα τὰ ὄνειρα ἔχουν πάντα·μὲ κέρατο φτιαστὴ τὴ μιά, μὲ φιλντισὶ τὴν ἄλλη·Ὅσα ὄνειρ’ ἀπὸ τὸ φιλντισὶ τὸ πριονιστὸ διαβαίνουν,χαμένα εἶναι κι ἀνώφελα, καὶ τοὺς θνητοὺς γελᾶνε·πάλε ὅσα ἀπ’ τὰ καλόξεστα τὰ κέρατα περάσουν,ἀληθινὰ τοῦ βγαίνουνε τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὰ βλέπει.Μὰ ἐμένα τὸ ἔρμο μου ὄνειρο δὲν πρόβαλε ἀποκεῖθε·πόση χαρὰ θὰ τό ’χαμε, κι ἐγὼ καὶ τὸ παιδί μου.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Εκεί που ο ήλιος δεν κοιτάζει και τα καράβια πάντα τραβούν.

Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν ἤρθαμε καὶ στὸ γοργὸ καράβι,πρῶτα ἀπ’ τὴ γῆς τὰ σύραμε στὴν ὥρια κυματοῦσα,καὶ τὸ κατάρτι στήσαμε καὶ τὰ πανιά του ἀπάνω,καὶ πήραμε καὶ βάλαμε τὰ πρόβατα· καὶ μέσακι ἐμεῖς θλιμμένοι μπήκαμε πικρὰ χύνοντας δάκρυα.Καὶ πίσω ἀπ’ τὸ μαυρόπλωρο καράβι στέλνει ἡ Κίρκηἡ φοβερὴ κι ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα,πρύμο καλὸ καὶ φιλικὸ ποὺ τὰ πανιὰ φουσκῶναν.Καὶ τ’ ἄρμενα σὰ σιάξαμε, καθίσαμε, κι ὁδήγαὁ ἀγέρας τὸ καράβι μας μαζὶ μὲ τὸν ποδότη.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Αποκοιμημένος κάτω από ξερά φύλλα, φυλαγμένος σαν σπίθα.

Τὰ εἶδε ὁ ἄντρας ὁ πολύπαθος, καὶ χάρηκε ἡ ψυχή του,καὶ πλάγιασε στὴ μέση τους, κι ἔρριξε φύλλα πλῆθοςἀπάνω του. Σὰν ποὺ δαυλὸ στὴ μαύρη στάχτη κρύβεις,μὲς σ’ ἐξοχὴ παράμερη, ποὺ λείπουνε γειτόνοι,καὶ σώζεις σπόρο τῆς φωτιᾶς, μὴν ἀπ’ ἀλλοῦθε ἀνάψης,ἔτσι ὁ Δυσσέας σκεπάστηκε μὲ φύλλα· κι ἡ Παλλάδαὕπνο στὰ μάτια τοῦ ’σταξε γιὰ νὰ τὸν ἀλαφρώσηἀπ’ τὴ βαρειὰ τὴν κούραση, τὰ βλέφαρα του κλειώντας.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Οι θεοί δίνουν και παίρνουν, αλλάζουν και τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας κι ἀπάντησέ του·“Ἀμφίνομε, ἄνθρωπος ἐσὺ μοῦ φαίνεσαι μὲ γνώση·τέτοιο ὄνομα ἄκουγα λαμπρὸ πὼς εἶχε κι ὁ γονιός σου,ὁ πλούσιος κι ὁ καλόκαρδος ὁ Δουλιχιώτης Νῖσος·ἐκείνου λέγεσαι παιδί, καὶ σὰ λεβέντης μοιάζεις.Καὶ τώρα λόγο θὰ σοῦ πῶ, ποὺ ἐσὺ καλάκουσέ τον.Ἀπ’ ὅσα ζοῦν καὶ σέρνουνται πάνω στὴ γῆς, κανέναἀπ’ τὸ θνητὸ πιὸ ἀδύναμο δὲ βρίσκεται ἄλλο πλάσμα.Ὅσο βαστιέται κι οἱ θεοὶ καλοτυχιὰ τοῦ δίνουν,θαρρεῖ πὼς δὲν μπορεῖ κακὸ στὸν κόσμο πιὰ νὰ πάθη·ἂν ὅμως οἱ μακαριστοὶ θεοὶ τοῦ φέρουν λύπες,τότες κι ἀθέλητα μπορεῖ καὶ τὶς βαστάει ἡ καρδιά του.Τὶ ἀλλάζει τῶν θνητῶν ὁ νοῦς κι αὐτὸς κατὰ τὴ μέρα,ποὺ τοὺς χαρίζει τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Αν τον ξαναφέρει το κύμα. Όμορφη σαν φοινικιά.

“Προσπέφτω σου, ὦ βασίλισσα, θνητὴ γιά ἀθάνατη εἶσαι·ἂν εἶσαι ἀπ’ τὶς ἀθάνατες ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια,παρόμοια μὲ τὴν Ἄρτεμη, τοῦ μέγα Δία τὴν κόρη,στὴν ὄψη καὶ στ’ ἀνάστημα καὶ στὴ μορφὴ σὲ κρίνω·ἂν εἶσαι πάλε ἁπλὴ θνητή, τοῦ κόσμου κατοικήτρα,καλότυχοι, κι ὁ κύρης σου κι ἡ βλογημένη ἡ μάνα,καλότυχα τ’ ἀδέρφια σου, ποὺ πάντα στὴν ψυχή τουςπερίσσιας γίνεσαι ἀφορμὴ χαρᾶς,καὶ καμαρώνουντέτοιο βλαστάρι σὰ θωροῦν μὲς στοὺς χοροὺς νὰ μπαίνη.Μὰ ἀκόμα πιὸ καλότυχος ἀπ’ ὅλους εἶν’ ἐκεῖνος,ποὺ βγῆ στὰ δῶρα νικητής, καὶ ταίρι του σὲ πάρη.Τὶ σὰν κι ἐσένα ἄλλο θνητὸ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν,ἄντρα ἢ γυναίκα· θαμασμὸς μὲ πιάνει σὰν θωρῶ σε.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Ο γέρος χοιροβοσκός ακούει μια φωνή και του πέφτουν τα ποτήρια.

“Κάποιος ἐδῶ θὰ σοῦ ’ρχεται, καλέ μου, σύντροφός σου,ἢ κι ἄλλος γνώριμος, ἀφοῦ δὲν ἀλυχτοῦνε οἱ σκύλοι,μόν’ ὅλο σειοῦνε τὴν οὐρὰ· καὶ πόδια ἀνθρώπου ἀκούγω.”Tὸ λόγο δὲν ἀπόσωσε, κι ὁ ἀκριβογιός του φάνη,καὶ στάθηκε στὰ ξώθυρα· ξαφνίζεται ὁ γερούλης,ἀναπηδάει, καὶ τοῦ ’πεσαν ἀπὸ τὰ χέρια οἱ κοῦπες,ποὺ τὸ φλογάτο μέσα τους καλόσμιγε κρασί του· κι ἔτρεξε, βρέθηκε ὀμπροστὰ στὸν ἀκριβό του ἀφέντη,τοῦ φίλησε τὴν κεφαλή, τὰ δυὸ λαμπρά του μάτια,τὰ δυό του χέρια, κι ἔχυσε δάκρυο μαργαριτάρι.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Το πιο αναιδές πράγμα στον κόσμο το κουβαλάμε όλοι.

Ὅμως ἂν εἶναι ἀθάνατος ποὺ ἦρθε ἀπ’ τὰ οὐράνια,τότες κάτι ἄλλο μελετοῦν οἱ θεοὶ νὰ μᾶς σκαρώσουν.Τὶ ὡς τὰ τώρα ἀσκέπαστοι φανερωθῆκαν πάντασ’ ἐμᾶς, λαμπρὲς σὰ σφάζουμε ἑκατοβοδιὲς σ’ ἐκείνους,μαζί μας τρωγοπίνοντας, κοντά μας καθισμένοι.Κι ἂν κάποιος πὰς στὸ δρόμο του ποτὲς τοὺς ἀνταμώση,δὲν κρύβονται γιατὶ μ’ αὐτοὺς γενιά ’μαστε, σὰν πού ’ναικαὶ οἱ Κύκλωπες καὶ τ’ ἄγρια τὰ γένη τῶ Γιγάντων.”Καὶ γύρισε ὁ τετράξυπνος Δυσσέας κι ἀπολογήθη·“Ὁ νοῦς σου ἄλλα ἂς νοιάζεται, ὦ Ἀλκίνο· δὲν τοὺς μοιάζωκαθόλου τοὺς ἀθάνατους ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια,μήτε κορμὶ μήτε μορφή· θνητὸς μονάχος εἶμαι.Κι ὅσους ἐσεῖς γνωρίζετε βαριὰ δυστυχισμένους,μ’ αὐτοὺς ἐγὼ στὶς συφορὲς νὰ παραβγῶ μποροῦσα.
— Οδύσσεια, Όμηρος (-750)

Οδύσσεια

Όμηρος, -750

Ο πρώτος δρόμος της επιστροφής: ένας στρατιώτης χρειάζεται δέκα χρόνια για να γυρίσει σπίτι, κι εμείς τον ακολουθούμε σε κάθε του ξεστράτισμα, λες και γυρίζουμε κι εμείς πίσω.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.