Ο ξενιτεμένος
Χρήστος Χρηστοβασίλης, 1892
Ένα χωριό περνά τον καβαλάρη που εμφανίζεται ένα χιονισμένο βράδυ για στοιχειό. Ο Χρηστοβασίλης αφηγείται με γλώσσα που μυρίζει ακόμα βουνό.
Σελίδες από το «Ο ξενιτεμένος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Πώς ένα χωριό πείθει τον εαυτό του πως το στοιχειό είναι ο ίδιος ο διάβολος.
Ὅλον τὸν νοῦ τους τὸν εἶχαν στὸ ἴσκιωμα καὶ πλειότερο ἐκεῖνες, ποῦ πῆγαν τὸ βράδυ στὸν ποταμὸ γιὰ νερὸ. Ἡ μιὰ ἔλεγε πῶς εἶδε, ὅτι τὸ ἴσκιωμα εἶχε γένεια μακρυά, ὣς τὰ γόνατα, ἡ ἄλλη, ὅτι εἶχε κἄτι νύχια, Παναγιά μου! μακρυὰ καὶ σουβλερά μιὰ πιθαμή μακρύτερα ἀπὸ τὰ δάκτυλά του, ἄλλην ὅτι τὸ μουλάρι δὲν εἶχε οὐρά, κι’ ἐκεῖνο τὸ πρᾶμμα, ποῦ φαίνονταν σἂν οὐρὰ εἶταν ἡ οὐρὰ τοῦ ἰσκιωματιοῦ. Ἄλλες πάλε ἔλεγαν ἄλλα, σὲ τρόπο, ποῦ μποροῦσε κανένας νὰ πιστέψῃ − ἂν πίστευε τὰ γυναικίσια λόγια − ὅτι τὸ ἴσκιωμα ἐκεῖνο εἶταν χίλιων λογιῶν, καὶ ὅτι εἶταν ὁ ἴδιος ὁ Ζερζεβούλης. Κρατάει ένα γράμμα σαράντα χρόνια, για να της το διαβάζει κάποιος άλλος.
Ἐπειδὴ εἶταν ὤμορφη, τίμια καὶ νοικοκυρά, πολλὲς φορὲς τὴ γύρεψαν νὰ τὴν πάρουν, ἀλλ’ ἐκείνη δέν θέλησε ν’ ἀκούσῃ γιὰ δεύτερη παντρειά. Πρόσμενε πάντα καὶ παρηγοροῦσε τὴν ἐρημιά της, μ’ ἕνα γράμμα, μοναχὸ γράμμα, ποῦ εἶχε στείλῃ ὁ Κώστας στοὺς γονεῖς του, ἅμα ἔφτασε στὰ Ξένα. Τὸ γράμμα αὐτὸ τὸ φύλαγε μέσα στὸ νυφικό της τὸ φέσι μὲ τὰ τέλια τὰ χρυσά, καὶ κάθε φορὰ ποῦ ἤκουεν ὅτι ἡ τάδε ἔλαβε γράμμα ἀπὸ τὸν ἄντρα της, ἔβγαζε κι’ αὐτὴ ἀπὸ τὴ χιλιοπλουμισμένη κασσέλλα της τὸ γράμμα αὐτὸ καὶ πήγαινε στὸν παπᾶ νὰ τῆς τὸ διαβάσῃ. Κατόπι τὸ δίπλονε πάλε μὲ μεγάλη ἔγνοια καὶ το ξανάβαζε στὴ μοσκομυρισμένη ἀγκαλιὰ τοῦ νυφικοῦ της φεσιοῦ μὲ τὰ χρυσὰ τὰ τέλια, ποὖχε μέσα στὴ χιλιοπλουμισμένη της τὴν κασσέλλα. Ένας ψηλός, μαλλιαρός άντρας μπαίνει στην εκκλησία κι όλοι τον περνούν για το στοιχειό, ώσπου βλέπουν το μουλάρι του.
Ἐνῷ ἡ Κώσταινα βρίσκονταν μοναχή της, μὲ τὲς σκέψεις της καὶ μὲ ὅσα τῆς θύμιζαν τὰ σαράντα χρόνια τοῦ ζωντανοῦ ξεχωρισμοῦ, κι’ ἡ λειτουργιὰ εἶταν στὸ «ἐξαιρέτως» ἀνοίγει ἀπ’ἔξω ἡ θύρα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ μπαίνει μέσα μὲ βαρυὰ πατήματα ἄνθρωπος ψηλὸς καὶ δασύς, ἡλικίας πενῆντα χρονῶν καὶ παραπάνω, μὲ φορέματα ξενιτεμένου, κι’ ἀπὸ τὴ θύρα πὤμενε πίσω του μισογυρισμένη μπῆκε καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ποῦ ἄρχισε νὰ ξανοίγῃ, κι’ ἀκούστηκε τὸ λάλημα τοῦ κυπριοῦ «τρίγκ…τρίγκ…τρίγκκκκ». Η χαρά είναι τόσο ξαφνική, που το σώμα ξεχνά πώς να τελειώσει μια πρόταση.
Ἅμα ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἡ Κώσταινα, τἄχασε ὁλότελα. Δὲν ἤξερε τί ἔλεγε. Δὲ μποροῦσε νὰ σταθῇ στὰ ποδάρια της, οὔτε νὰ πάῃ ἐκεῖ ποῦ ἤθελε. Ἀλλοῦ ἤθελε νὰ πάῃ, κι’ ἀλλοῦ πήγαινε. Ἤθελε νὰ δείξῃ τὴ χαρά της μὲ λόγια, ἀλλὰ δὲ μποροῦσε νὰ πῇ τὰ λόγια, ποῦ ἤθελε. Στὸ τέλος τῆς δέθηκε κι’ ἡ γλῶσσα, χέρια, ποδάρια, κορμὶ εἶχαν ὅλα πιαστῆ ἀπὸ τὴ χαρά. Το ηλιοβασίλεμα δεν σβήνει· φεύγει σαν γέροντας βασιλιάς.
Τὰ ὑστερνὰ σύννεφα, ποῦ ἔκαναν τὸ ἡλιοβασίλεμα σἄν φλωρένιο κάμπο, λίγο κατ’ ὀλίγο ἔγειναν μαῦρα, φοβερὰ, κι’ ἔλαβαν χίλιων λογιῶν μορφὲς, κι’ ἡ Νύχτα, ποῦ ἄρχισε ν’ ἁπλώνῃ τὰ φτερά της ἔδινε ἕνα γλυκὸ φίλημα στὸ πρόσωπο τῆς Ἡμέρας, ποῦ ἔφευγε, γέροντας πίσω ἀπὸ τὸ φωτεινὸ ὄχτο, ποῦ φκιάνουν οἱ κορφὲς τῶν βουνῶν, κι’ ἐπήγαινε περίλυπη νὰ θαφτῇ στὴν ἀπέραντη νεκρόπολη τῶν περασμένων. Γυρίζει ύστερα από σαράντα χρόνια στα Ξένα, μα στο χωριό νιώθει ξένος.
«Γι’ αὐτό, ψὲς ἦρθα νύχτα καὶ δὲν ἔρριξα κἄνα ντουφέκι σἂν ξενιτεμένος. Ποιὸς θὰ βγῇ νὰ μὲ δεχτῇ; (Εἶπα μέσα μου). Νὰ σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια; Ὅταν μπῆκα στὸ σύνορο τοῦ χωριοῦ μετάνοιωσα π’ ἄφηκα τὴν Ξενιτειὰ γιὰ νἄρθω σ’ ἄλλη Ξενιτειά. Το φαγητό που φυλάει σαράντα χρόνια γίνεται το κέρασμα της επιστροφής.
Κι’ ἡ Κώσταινα περίχαρη ἄνοιξε τὴ μοσκοβολημένη της τὴν κασσέλλα κι’ ἔβγαλε ἀπὸ μέσα καρύδια, σταφύλια, σῦκα, συκομαΐδες καὶ μῆλα κι’ ἔδωκε στὸν προὔχοντα καὶ σ’ ὅλους, ὅσοι εἶταν μέσα, ὕστερα τοὺς ἔδωκε τὸ παγούρι μὲ τὸ ρακὶ, κι’ ἀφοῦ ἔπιαν καθένας ἀπὸ κἄνα δύο φορὲς κι’ εὐκήθηκαν στὸν Κώστα τὸ «Καλῶς ἦρθες ἀπὸ τὰ ξένα γερὸς καὶ καλὰ» καὶ στὴν Κώσταινα τὸ «καλῶς τὸν ἀποδέχτηκες» ἔφυγαν, κι’ ἔμειναν μοναχοὶ μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο, ποῦ δὲν εἶχε ἰδεῖ ἄλλη φορὰ καλὴ μέρα, ἡ Κώσταινα μὲ τὸν Κώστα της, ποὖχε σαράντα χρόνια στὴν Ξενιτειά, χωρὶς γράμμα καὶ χωρὶς ἀντιλογιά. Ένα μικρό κουδούνι ακούγεται μέσα στη νύχτα.
Μὲς ἀπὸ τὰ σπίτια ἑτοιμάζονταν τὸ Μικρὸ Χωριὸ νὰ κοιμηθῇ, γιὰ νὰ ξυπνήσῃ, ὅταν βαρέσῃ ὁ σήμαντρος τῆς ἐκκλησιᾶς, ὄξω ἀπὸ τὰ σπίτια χιόνιζε ἀκατάπαυστα καὶ γαύγιζαν τὰ σκυλλιά, κι’ ἀπάνω σ’αὐτὸ ἕνας γλυκὸς ἦχος κυπριοῦ ἀχολογοῦσε στὸ σκοτάδι μελαγχολικὰ−μελαγχολικὰ «τρίγκ… τρίγκ… τρίγκ… τρίγκκκ.» Στο χωριό, οι νεότερες γυναίκες πηγαίνουν για νερό, όχι οι γριές.
Νὰ καὶ μιὰ ἄλλη σημείωση γιὰ τὲς γυναῖκες τοῦ Μικροῦ − Χωριοῦ, ὅταν παίρνουν νερό: Ὅποια ἔχει νὰ πλύνῃ σκουτιὰ ἀπομένει πάντα ἡ κοντινή, ὅσο μεγάλη κι’ ἄν εἶναι, ἐξὸν ἂν εἶναι πολὺ γριά, ἀλλὰ οἱ γριὲς δέν πᾶν ποτὲ γιὰ νερό. Τὸ νερὸ εἶναι ἔργο ἐκεινῶν, πὤχουν μαῦρα μαλλιά. Χρήστος Χρηστοβασίλης, 1892
Ένα χωριό περνά τον καβαλάρη που εμφανίζεται ένα χιονισμένο βράδυ για στοιχειό. Ο Χρηστοβασίλης αφηγείται με γλώσσα που μυρίζει ακόμα βουνό.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.