Ο τυφλοσύρτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Ένα μαθητικό επεισόδιο σε ελληνικό σχολείο περασμένων δεκαετιών γίνεται αφορμή για μια βαθιά ματιά στην παιδική ψυχή, την εξουσία και την πονηριά της επιβίωσης.
Σελίδες από το «Ο τυφλοσύρτης» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Το αγχωμένο βλέμμα ενός μαθητή που δεν διάβασε.
Μετά τους γραμματικούς κανόνας εφαίνετο επί της μαυροβαφούς, και ξασπρισμένης από τα σβυσίματα της κιμωλίας και από την πολυκαιρίαν, σανίδος, οριζόντιος γραμμή, και κάτω ταύτης μακροτέρα παράγραφος έλεγεν: "¨Αρτι μεν επεπαύμην... τοις πλείστοις μεν ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης ου σμικράς...". Και ο μαθητής, σταθείς εις ευλαβή απόστασιν από της διδασκαλικής έδρας και τραπέζης, με το εν όμμα προσβλέπων περιδεής τον διδάσκαλον, με το άλλο κοιτάζων ευγνωμόνως τον μαυροπίνακα, ήρχιζε ν’ απαγγέλλη: "Άρτι μεν επεπ... επεπαύ... επεπαύμην... Άρτι μεν επεπαύ... μην εις τα διδασκαλεία φοιτών... Η κωμωδία και η σκληρότητα της σωματικής τιμωρίας σ’ ένα σχολείο του χωριού.
Ο διδάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής, και χωρίς να ελπίζη ευνοϊκόν αποτέλεσμα, εφώναξε, λέγων, ότι οι μαθηταί ώφειλον να καταγγείλωσι τον αυτουργόν του δόλου, άλλως θα ήσαν όλοι κακοήθεις, όλοι αχρείοι και ανάγωγοι. Και επειδή δεν επείθοντο, ήρχισε να κλίνη το γνωστόν ρήμα καθ’ όλους τους χρόνους και τας εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των ώμων και των ράχεων όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί τινα λεπτά της ώρας αντήχει ο κρότος της λεπτής και οζώδους βέργας, αναμίξ με πεπνιγμένους γέλωτας και οιμωγάς. Η δύσκολη τέχνη να κρύβεις τον θυμό σου μπροστά στα παιδιά.
Την ημέραν εκείνην ο διδάσκαλος εφαίνετο δύσθυμος, και μετά δυσκολίας συνέχων πάλαι υποβρέμουσαν οργήν. Ουχ ήττον, ευθύς δεν παρεφέρθη, αλλ’ αφού απήγγειλε δι’ εκατοστήν φοράν στερεότυπον νουθεσίαν περί της βλάβης της προσγενομένης εις τον μαθητήν εκ της αντιγραφής, ήτις αντί ν’ αναπτύξη την διάνοιαν των νέων, ματαιώνει το έργον της διδασκαλίας, κάμνει τον διδάσκαλον να φαίνεται άξιος οίκτου, ως δυστυχής αεροβάτης, ως ταλαίπωρος υλοτόμος, ως μη απολαμβάνων τους κόπους του γεωργός, και δεικνύει τους μαθητάς ως ψιττακούς, ως κολοιούς με ξένα πτερά, «ως ξηρά ξύλα άκαρπα, εκκοπτόμενα και εις πυρ βαλλόμενα», εξέφερεν απλήν καταδίκην κατά του ενόχου της λαθροχειρίας μαθητού, όπως την προσεχή Κυριακήν αντιγράψη επτάκις την αυτήν εξήγησιν. Είτα εκάλεσε δια κλήρου άλλον προς διόρθωσιν της εξηγήσεως, και πάλιν δια κλήρου εσήκωσεν άλλον και ήρχισε να τον εξετάζη Γραμματικήν. Το μεταδοτικό γέλιο που απειλεί να σπάσει τη σιωπή της τάξης.
Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε, τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους οδόντας και απέφευγε να συναντήση το βλέμμα τινός των μαθητών, φοβούμενος να μη ανταποκριθή ακουσίως εις τους γέλωτας των ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας εποίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ’ όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το βλέμμα του Κώστα του Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος, αλλά και όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψη τις το πιθηκοειδές μούτρον του, δια να καγχάση ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να πνίξη και να συγκρατήση τον γέλωτα, αλλ’ εις εκ του δευτέρου θρανίου απήντησε δια μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν, ηγέρθη και ήλθεν απειλητικός προς τα θρανία. Ένας δάσκαλος που δεν κρύβει την αδυναμία του, αλλά την κάνει μέρος της αξιοπρέπειάς του.
Δεν εφρόντιζεν ουδέ να κρύψη καν το ελάττωμά του, ή ίσως θα επίστευεν, ότι μάλλον θ’ ανεδείκνυε τούτο, αν ώπλιζε τους οφθαλμούς του με δίοπτρα. Ήτο μικρόσωμος, σοβαρός άνευ επιτηδεύσεως, προγάστωρ, επιμελής και αυστηρός εις το έργον του. Επανελάμβανε καθ’ εκάστην την εξήγησιν επτάκις ή οκτάκις μετά την πρώτην ανάπτυξιν, χαριζόμενος εις τους σκληροτραχήλους και χονδροκεφάλους μαθητάς της Β’ τάξεως. Αλλ’ ουχ ήττον, αντί να σκοτίζωνται όπως ενθυμηθώσι τας πτεροέσσας λέξεις, τας πιπτούσας εκάστοτε από το στόμα του, πολλοί τούτων ευκολώτερον και προχειρότερον εύρισκον ν’ αντιγράφωσι κάποτε από τας καθαράς εξηγήσεις του αυτού και άλλοτε παραδοθέντος λόγου, τας οποίας ευκόλως επρομηθεύοντο από περισυνούς ή προπερισυνούς μαθητάς, συγγενείς ή φίλους των. Εάν όμως ο κλήρος έπιπτεν εις ένα των αντιγραφέων τούτων, τότε με όλην την μυωπίαν του, ή ίσως ένεκα αυτής, ο διδάσκαλος ανεγνώριζεν, εκ της στρωτής και ομαλωτέρας γραφής, την λαθροχειρίαν, και η πρέπουσα τιμωρία ανέμενε τον βαρυκέφαλον μαθητήν. Ο φόβος μήπως χάσουν το γιορτινό φαγητό πριν από τη μεγάλη νηστεία.
Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία ημέρα της Απόκρεω, του Αγίου Φιλίππου, μεσούντος Νοεμβρίου, και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπιτταν μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ’ ολίγου ζωμού κρέατος, επί τεσσαράκοντα ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν’ αποζημιωθώσι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Ένα μαθητικό επεισόδιο σε ελληνικό σχολείο περασμένων δεκαετιών γίνεται αφορμή για μια βαθιά ματιά στην παιδική ψυχή, την εξουσία και την πονηριά της επιβίωσης.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.