Σελίδες από το «Ο πύργος του ακροπόταμου» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η ζωή σου είναι μια σειρά αποφάσεων ή ένα ποτάμι που σε σέρνει;
Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Πότε ο δρόμος προς τη ζωή φοβίζει πιο πολύ κι από τη φυλακή;
Από τα παράθυρα του πύργου η θέα ανοιγότανε στον ποταμό. Η ματιά της Φρόσως πέφτει στα νερά του που αστράφτανε φεγγερά στον ήλιο ή θαμπίζανε μολυβένια στη συννεφιά· και τη νύχτα αυτιάζεται το βόγκο τους. Ο δρόμος ως εκεί δεν ήτανε μακρύς. Μα η Φρόσω δεν τολμούσε να τον πάρει. Η όψη του πατέρα έβγαινε πάντα μπροστά της, το πονετικό γέλιο του, η ματιά η γεμάτη αγάπη. Τρόμαζε μήπως τα ’παιρνε κι αυτά μαζί της.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Όταν η δυστυχία δεν τελειώνει ποτέ, τι σπρώχνει τους ανθρώπους να προχωράνε;
Τόσο ήτανε λοιπόν τ’ όνειρο, τόσο ήταν όλο το παιγνίδι; Το μακρύ, το αδιάκοπο, το απελπισμένο κυνήγημα μιας τύχης καλύτερης, μιας γωνιάς ζεστής και χορτασμένης ήτανε γραφτό να έχει αυτό το τέλος; Η δυστυχία η αβάσταχτη κι η υπομονή της δεν απλώνουνται λοιπόν μονάχα πίσω, δε χάνουνται στο περασμένο και δε σβήνουνε στη λησμονιά, μα ανοίγουνται πλατιά, το ίδιο αχνά και μαραζιάρικα, το ίδιο κουρελιάρικα και πεινασμένα και τουρτουριασμένα τραβούν το δρόμο τους και μπρος, ένα μακρινό, ατέλειωτο, έρημο δρόμο;
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Το δώρο που δεν ήξερες πόσο σου έλειπε.
Ξαφνίζεται από αυτό κι η ίδια. Σιγά σιγά θαρρεί κι αρχίζει να ξαναζεί. Στην ψυχή της ανοίγεται μια αγάπη απέραντη, πιο απέραντη από τη θλίψη της κι ωστόσο της φαίνεται πολύ μικρή, πολύ στενή να κλείσει μέσα τον πατέρα. Τα μάτια του θέλει να βλέπει πάντα, τη φωνή του θέλει ν’ ακούει πάντα. Την αυγή τον περιμένει με καρδιοχτύπι να ξυπνήσει, το μεσημέρι λαχταρά πότε ν’ ακούσει το πάτημα του στην αυλόπορτα, το δειλινό σαν να ξαναγνωρίζει την άνοιξη ένα γύρο του στον κήπο. Μαζί του ήθελε να ’ναι όλη την ώρα, να τρέχει πάντα πίσω του, σα να ξανάγινε μικρό παιδί.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Πόσο κοστίζει η συγχώρεση όταν δεν είσαι βέβαιος πως θα την πάρεις;
Κι η κόρη του αυτό ήθελε· να λησμονήσει ό,τι έγινε. Με τα ξεσκίδια της παλιάς ζωής να πλέξει μια καινούργια ήσυχη και ταπεινή στην άκρη της, πλημμυρισμένη από την αγάπη και την αφοσίωση στον πατέρα, τριγυρισμένη από τη λησμονιά της αμαρτίας, φωτισμένη από μιαν αχτίδα συχώρεσης κι ελεημοσύνης. Τη λησμονιά και τη συμπόνεση λαχτάριζε η ψυχή της και φιλούσε και πότιζε με δάκρυα τα χέρια που τη σκουπίζανε.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Πόσες φορές έμεινες έξω από μια γιορτή για ένα ζευγάρι παπούτσια;
Κι έτσι, ενώ οι άλλοι γελούν και χωρατεύουνε μες τον οντά, η Μαριώ κλείστηκε στο χειμωνιάτικο. Πώς να ’βγαινε στους ξένους με τα πατίκια, που είχε μοναχά στα πόδια; Δοκίμασε τα λαστιχένια της παλιοστίβαλα, που βρισκόντανε σε μιαν άκρη του κατωγιού, μα βγαίναν απ’ αυτά όξω τα δάχτυλα, φόρεσε πάλι τα πατίκια και κατέβασε μακρύτερα το φόρεμα, μα φαίνεται μια σιχασιά το φόρεμα.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Όταν η ζωή σου μυρίζει λάσπη, για ποιον κλαις — για σένα ή για κείνον;
Μα όταν τον ξαγναντίζει βουτηγμένον ως τα γόνατα στη λάσπη, πιτσιλισμένο ίσια μ’ απάνω με τους ώμους το μακρύ παλτό, όταν το βούλιαγμα, που βλέπει να κάνει το πόδι του στις λούμπες, το σκόνταμά του στον όχτο εδώ, το γλίστρημά του παρακεί στη γλίνα της βγάζουνε στο φόρο πως η ματιά του χωριστά από αλλήθωρη είναι κιόλας και κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει την καρδιά της και δεν ξέρει ποιον να πρωτοκλάψει: το δυστυχισμένον, που αγωνίζεται να ξεκολλήσει από το βούρκο κάτω στο δρόμο, η τη δική της μοίρα, που την έριξε σ’ αυτόν;
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Τι κάνει έναν άντρα σκληρό σε όλους και μαλακό σε μια γυναίκα;
Η νίκη της δεν ήταν τιποτένια. Ο επιλοχίας Καραφωτιάς ήταν ο πρώτος μέσα στους πρώτους του κάστρου. Καλόκορμος, μουστακαλής, περήφανος στη ντυμασιά και στο φιλότιμο, μην κάτσει μύγα πάνω του, μην τόνε στραβοκοιτάξει όπως περνά κανείς πολίτης, φόβος των ζωοκλεφτών και των φυγόδικων, όταν έβγαινε στο απόσπασμα, και τρόμος των νεοσύλλεχτων στο λόχο, άμα δε βάζαν το γκιουβέτσι έγκαιρα, στη Μαριώ μπροστά γινότανε μολαΐμικο αρνί, υποταχτικό στο θέλημά της, πρόθυμο σε κάθε της απαίτηση για σειρητάκια και κορδέλες και κάπου κάπου και κανένα φόρεμα.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Ένας άνθρωπος στολίζει το μαγαζί του με βασιλικό και μπουζούκι.
Κι ο πρώην λοχίας Τυλιγάδας, που το έχει τώρα, ξέρει τη δουλειά του καλύτερα από τους άλλους πριν. Δεν έκοψε φτέρη από τον κάμπο, μα κουβάλησε λατόκλαδα από το βουνό και σκέπασε τη φρετζάτα απόξω, και μέσα στην παράγκα κρέμασε δίπλα στο δικό του και δεύτερο μπουζούκι· Ήξερε και την αγάπη των πρώην συναδέρφων του στ’ άνθη και στα μυρουδικά και δεν άφησε τραπέζι δίχως ρίζα βασιλικό, δεν άφησε γαρουφαλιά άκλεφτη από τις γειτονιές και τσιτσέκι και περικοκλάδι που να μη φυτέψει ολόγυρα.
— Ο πύργος του ακροπόταμου, Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1915)
Ένας πύργος που ρημάζει στην ακροποταμιά, τρεις αδερφές κι ένα όνομα που πρέπει να προστατευτεί: μια ιστορία για το πώς η ανάγκη για σεβασμό τρώει τους ανθρώπους από μέσα. Όλα ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια σου.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.