Ο κλεφτοκοτάς
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ένας νυχτοφύλακας, οι κότες του κι ένα ζευγάρι μάτια που λάμπουν κάτω από τη μουριά: μια χριστουγεννιάτικη ιστορία όπου ο λαϊκός τρόμος και το χιούμορ της καθημερινότητας μοιράζονται την ίδια αυλή.
Σελίδες από το «Ο κλεφτοκοτάς» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Δυο μάτια στο σκοτάδι, κι ένα ζώο που δεν ταιριάζει σε κανένα γνώριμο σχήμα.
Ἔξαφνα ὅμως ἀνατριχίασε. Ἀντίκρυ του, κάτω ἀπὸ τὴ μουριὰ εἶδε ἕνα μαῦρον ὄγκον, ὄχι μεγαλύτερον ἀπὸ σταμνὶ καὶ ἐπάνω εἰς τὸ σταμνὶ δύο φωτεινὰ σημάδια, κατακόκκινα ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε χαλκοπράσινα, πάντα ὅμως στυλωμένα ψηλὰ πρὸς τὶς κότες του. Ὁ καρολόγος ἐσκέφθη, ὅτι τέτοιο πράγμα δὲν ἦτο πρὶν ἐκεῖ. Οὔτε βέβαια τὸ εἶδε νὰ ἔρχεται ἀπὸ πουθενά. Ἐξεφύτρωσε ξαφνικά· ἀλλὰ πῶς ἐξεφύτρωσε; Κι ἐνῶ ἐβασάνιζε τὸν νοῦν του νὰ λύσῃ τὸ μυστήριον, εἰς μίαν του φεγγαριοῦ ἀκτίνα παρετήρησε τὸ σταμνὶ νὰ μεταμορφώνεται εἰς τετράποδον μὲ αὐτιὰ μακριά, δυσανάλογα πρὸς τὸ ἀνάστημά του, κινούμενα ἐμπρὸς ὀπίσω ἀδιάκοπα καὶ οὐρὰν μακριὰν καὶ μαλλιαρήν. Τι κάνουν τα χέρια σου όταν το μυαλό σου έχει πια βεβαιωθεί πως κάτι υπάρχει στην αυλή;
Ὁ Σταμάτης θυμήθηκε ὅτι τὰ Δωδεκαήμερα ἀκόμη δὲν ἐτελείωσαν καὶ ὅτι οἱ Καλικάντζαροι καὶ τ᾿ ἄλλα πονηρὰ πνεύματα, ἀκόμη περιτρέχουν τὴν γῆν καὶ πειράζουν διαφοροτρόπως τοὺς ἀνθρώπους. Ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του· ἀλλὰ τὸ χέρι ἦτο ἀπρόθυμον νὰ ὑπακούσῃ. Ἠθέλησε νὰ ψιθυρίσῃ κανένα τροπάρι· ἀλλ᾿ οὔτε ὁ νοῦς οὔτε τὰ χείλη του τὸν ἐβοηθοῦσαν. Ἐδοκίμασε νὰ σηκώσῃ τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ τετράποδο· ἀλλὰ δὲν εἶχαν ξεκολλημό. Ἡ καρδιά του ἐβροντοκτύπα εἰς τὰ στήθη του καὶ τοὺς ἄκουε τοὺς κτύπους σὰν τὰ σφυριὰ στὸ ἀμόνι μακριά. Ἅπλωσε τὸ χέρι του εἰς τὸ ὅπλον του καὶ τὸ χέρι ἔπεσε ξερό. Δὲν εἶχε θέληση, δὲν εἶχε δύναμη πιὰ ὁ καρολόγος. Ένας άντρας μετρά όσα αγαπά, μα δεν του φτάνει το μέτρημα.
Αὐτὸ ἐγινότανε τακτικὰ κάθε μέρα πιά, ὥσπου ἡ κότα ἔβγαλε τὰ πουλιά της. Ὢ χαρὲς καὶ παιγνίδια ἡ κυρα-Δεσποινιὼ μὲ τὰ ξεπεταρόνια της! Ὢ τὰ χαρωπὰ γαυγίσματα τοῦ Φρίγκου, ποὺ τὰ μάζευε ὅταν τὰ ἔβλεπε μακριὰ ἀπὸ τὸ κοτέτσι· τὰ μάζευε ἁβρά, ἁπαλὰ μὲ τὸ στόμα καὶ τὰ ἔφερνε κοντὰ εἰς τὴν μάνα τους. Ὢ ἡ μανούλα ἡ παλαβὴ πὼς ἐσήκωνε τὰ πούπουλά της καὶ ἐτέντωνε τὸ λαιμό της καὶ ἀγρίευε σὰν τίγρης νὰ ξεσχίσῃ τὸν ἀγαθὸ τὸ Φρίγκο ὅταν ἐπλησίαζε τὰ πουλιά της! Καὶ ἀκόμη ὤ! κι ὁ Σταμάτης ὁ καρολόγος, ὅταν τὴν ἔβλεπε ὅλη μαζὶ τὴ φαμελιά του: τὰ κοτοπούλια, τὶς κότες, τ᾿ ἄλογό του, τὸ σκυλί του, τὴ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του!.. Πόσο κρύο πρέπει να κάνει για να παραδεχτείς πως το κρεβάτι ήταν καλύτερη ιδέα;
Ἡ νύκτα ἦτο ἀγρία· ὁ ἀέρας ἐφύσα ψυχρὸς καὶ ταραχώδης· ἐσάρωνε καθετὶ ποὺ εὔρισκεν ἐμπρός του. Ὁ οὐρανὸς σκεπασμένος μὲ μαῦρα σύννεφα, φερόμενα ἀπὸ βοριὰ πρὸς νότον ὡς γιγάντιαι ἀράχναι. Τὸ φεγγάρι σπανίως ἐφώτιζε μ᾿ ἕνα κοκκινωπὸν χρῶμα, πένθιμον ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἰπῇ ὅλην τὴν αὐλήν. Γιὰ τὸν χουζουρλῆ Σταμάτην ἦτο καὶ τοῦτο μία σκληρὰ δοκιμασία. Ἡ κυρα-Δεσποινιὼ δύο καὶ τρεῖς φορὲς ἄνοιξε τὴν πόρτα, τυλιγμένη εἰς τὴν κουβέρτα της καὶ τὸν ἐκάλεσε νὰ πάῃ εἰς τὴν ζεστασιά της καὶ ν᾿ ἀφήσῃ τὶς κότες νὰ κουρεύονται. Ἀλλὰ ὁ Σταμάτης δὲν ἄλλαζε τὴν ἀπόφασίν του. Θὰ μείνει ἐκεῖ ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ξεπαγιάσῃ! Καὶ εἰς κάθε νέον ρόφημα τοῦ τσιγάρου του ἤρχετο εἰς αὐτὸν καὶ μία ἰδέα περὶ τοῦ τρόπου ποὺ ἔπρεπε νὰ φερθῇ εἰς τὸν κλέπτην. Το πρόβλημα του γείτονα μοιάζει πάντα με αριθμητική, ώσπου φτάνει στην αυλή σου.
Ἀλλὰ πάλι νὰ τὶς φάνε οἱ ἄλλοι! Ἢ μήπως τάχα εἶναι δύσκολο! Οἱ κλέφτες ἄδειασαν τὸ ἕνα κοτέτσι, ἀδείασαν τὸ ἄλλο, τίποτε δὲν θὰ τοὺς ἐμπόδιζε νὰ κάμουν τὴν ἴδια τιμὴ καὶ εἰς τὸ ἰδικόν του. Ὅταν ἡ ἀρκούδα χορεύῃ στοῦ γείτονα τὴν αὐλὴ γρήγορα θὰ χορέψῃ καὶ στὴ δική σου, λέει μία παροιμία. Αὐτὸ ὅμως δὲν τοῦ ἄρεσε καθόλου τοῦ κὺρ-Σταμάτη. Ἂν πολλὲς φορὲς ἐξεκαρδίζετο εἰς τὰ γέλια, ὅταν τελειώνων τὸ ἰδικόν του φαγητὸν ἅρπαζε καὶ ἀπὸ τὸ πιάτο τοῦ συντρόφου του, μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ὅπου φυλάῃ φυλάει γιὰ ἄλλον δὲν ἤθελε ὅμως νὰ τὸ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι πρὸς ζημίαν του. Τὶς ἔθρεψε, ἐννοεῖ νὰ τὶς φάγῃ αὐτὸς τὶς κότες του! Καὶ γιὰ τοῦτο ὁ ἀγαθὸς καρολόγος ἐθύμωσε καὶ παραθύμωσε ὅταν ἀνεκάλυψεν ἔξαφνα ὅτι μία ἀπὸ τὶς κότες του ἔλειπε. Βλέπεις επιτέλους τι σε παραμόνευε όλη νύχτα, κι εκείνο κινείται πρώτο.
Ἀλλὰ τὸ μαῦρο ἐκεῖνο ζῶον ἀπέναντί του ἐξηκολούθει νὰ μένῃ ἐκεῖ, ἀκίνητον μὲ τὰ δύο φωσφορίζοντα σημάδια ἐπάνω πρὸς τὶς κότες του. Κι ἔξαφνα ἠκούσθη ἀπὸ πάνω κάποιος ῥόγχος, μικρὸν φτεράκιασμα κι ἕνας δοῦπος ὡς σάκος χώματος ἐκτύπησε κατὰ γῆς. Ἦταν μία κότα. Ὁ Σταμάτης εἶδε τότε τὸ τετράποδο ν᾿ ἁρπάζῃ τὴν κόταν κακαρίζουσαν καὶ νὰ φεύγῃ μακριά. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἶδε καὶ τὸν Φρίγγον νὰ τινάσσεται ἀπὸ τὰ κλήματα καὶ νὰ ὁρμᾶ κατόπιν της. Το πρόβλημα με την υπομονή είναι πως όλοι αρχίζουν να την εμπιστεύονται.
Ὁπωσδήποτε ἡ Δεσποινιὼ τὴν ἐμπιστεύτηκε. Ἐκείνη ἐκάθισε πρόθυμα καὶ ἄρχισε νὰ κλωσσᾶ. Ἐκάθισε τρεῖς, τέσσερες, πέντε ἡμέρες! Τὸ ἀντρόγυνο ἔκανε τὸ θάμα του μὲ τὴν φρονιμάδα τῆς Πιπῆς. Τί δὲν κάνει ἡ μητρότης!.. Ἔξαφνα ὅμως ἐπάνω εἰς τὶς πέντε, μέσα εἰς τὸ καταμεσήμερο, ἐτρόμαξε ἡ γειτονιὰ ἀπὸ ἕνα φοβερὸ φτεροκόπημα. Τὸ ὄρνεον Ρὸκ νὰ κατέβαινε δὲν θὰ ἐθορυβοῦσεν ἔτσι. Ἡ Πιπὴ πετάχτηκε μὲ ὁρμὴ μέσα ἀπὸ τὴ φωλιά της, ἐπέρασε τὴν πόρτα, ἐπέρασε τὴν σάλα, πετάχτηκε ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ χάθηκε στὴ γειτονιά. Κάθε μάνα ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στο να κάθεται στη φωλιά και στο να μένει εκεί.
Καὶ ἂμ᾿ ἔπος ἂμ᾿ ἔργον ἐδόθηκε νὰ συνάξῃ αὐγά. Πῶς τὰ σύναξε ὁ Θεὸς ξέρει· τὰ σύναξε ὅμως. Δώδεκα καλοδιαλεγμένα, σποράτα αὐγὰ καὶ τὰ ἔβαλε τῆς Πιπῆς. Ἐκείνη ἔκρινε πιὸ θερμοαίματη. Γκλὰν γκλάν! ἡ φωνή της, σὰν καμπάνα. Μὰ ποὺ ἦταν παλαβή! Θὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴ νὰ κάτσῃ νὰ κλωσήσῃ ἢ θὰ τὰ παρατήσῃ στὴ μέση σὰν τὴ μητέρα τὴν ἀλαφαλού! Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ένας νυχτοφύλακας, οι κότες του κι ένα ζευγάρι μάτια που λάμπουν κάτω από τη μουριά: μια χριστουγεννιάτικη ιστορία όπου ο λαϊκός τρόμος και το χιούμορ της καθημερινότητας μοιράζονται την ίδια αυλή.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.