Ο Αρίονας
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
Ο ποιητής Αρίονας ρίχνεται στη θάλασσα από πειρατές και τραγουδά για να σώσει τη ζωή του — ένα ελληνικό ρομάντζο για τη μουσική, τη σωτηρία κι έναν έρωτα που κάνει το φαρμάκι μέλι.
Σελίδες από το «Ο Αρίονας» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Ντύνεται και πίνει σαν να πηγαίνει σε γάμο. Ύστερα το φεγγάρι φτάνει στα χείλη της.
Σὰ νύφη στολισμένη ἔπειτα πάεικαὶ ρίχνεται στὸ στρῶμα, ὅπου δειλιάζει·ἀλλὰ ξάφνου σὲ λίγο ἀνασκιρτάεικαί, δίχως φρίκη, ἕνα ποτῆρι ἀδράζει.Σὰν κἄτι ἀκούει· προσέχει, καὶ γελάει:Μὲ κράζει! - μουρμουρίζοντας – μὲ κράζει!Γλήγορα! ἂν τρέξω εἰς τὸ πλευρό του· ἂς κάμωπικρότατη σπονδὴ γιὰ οὐράνιο γάμο!Τ’ ἄδειο ποτῆρι καταγῆς, τὸ σῶμαπέφτει βάρος ἀναίσθητο στὴν κλίνη·ἀλλ’, ὡς γελοῦν τὰ ὡραῖα της χείλη ἀκόμα,φαντάζεσαι πῶς κἄτι ἔχει νὰ κρίνῃ. Ένας ήχος ανεβαίνει από τα νερά και αλλάζει τη θάλασσα.
Πρύμος ἄνεμος πνέει· σὲ λίγο πέρατὸ ξύλο ἐπῆε· καὶ τότες ἀγροικήθηπερίλυπη ἁρμονία, ποῦ στὸν ἀέραμέσ’ ἀπ’ τὰ σπλάχνα τοῦ πελάγου ἐχύθη.Σὲ κάθε βράχο ἐκεῖ, σὲ κάθε ξέραδάφνης κλωνάρια ἐφύτροναν οἱ λίθοι,ποῦ, δροσισμένα, λυγῶντας τὴν ἄκρη,στὸ κῦμα πικραμένο ἔσταζαν δάκρυ.Τάχα γιατί, στὴ μέση ἀπὸ τὴ θλίψηποῦ ἡ ξένη μελῳδία γύρω ἐπροκάλει,ὁ χρυσόξανθος Ἥλιος νὰ μὴν κρύψῃὅσα τότε στὸν κόσμο ἔδειξε κάλλη; Η σωτηρία φέρνει πρώτα δάκρυα, διαφορετικά από τα προηγούμενα.
Περήφανα τὸ δρόμο ἔπειτα παίρνειμὲ τέτοιο βάρος ἀκριβὸ στὴ ράχη,σὰν ἄλογο γενναῖο, ποῦ ξαναφέρνειτὸν ἔνδοξο του ἀφέντη ἀπὸ τὴ μάχη.Μ’ ἕνα δάκρυ τὰ μάτια ἐκεῖνος γέρνειστὴ θάλασσα, ὅπου πῆε καὶ δὲν ἐβράχῃ,σὰ νἆχε, λές, γι’ ἀνταμοιβὴ θελήσῃμαργαριτάρι νέο νὰ τῆς χαρίσῃ. Όλοι οι άλλοι έχουν πλαγιάσει. Εκείνη στέκεται στο παράθυρο.
Μόνον ὕπνο δὲν ηὗρε ἡ πικραμένηδύστυχη νύφη, οὐδὲ στ’ ἀθῷο κλινάρι,ὁποῦ στερνὴ φορὰ τὴν ἀναμένει,ἐπῆε γιὰ λίγο ἀνάπαψη νὰ πάρῃ·κοντὰ στὸ παρεθύρι ὁλόρθη μένει,ὄχι νὰ ἰδῇ τ’ ἀστέρια ἢ τὸ φεγγάρι,μὸν ἕνα φῶς, ποῦ ἀπὸ σπιτιοῦ θυρίδαχλωμὴ σκορπάει τρεμουλιασμένη ἀχτίδα.Τοῦ παλατιοῦ τὰ περιαύλια, οἱ κῆποι,τ’ ἀμέτρητα δωμάτια, ὅλα σιγᾶνε·καί, ἂν ἀγροικιέται ἀχός, τὸ καρδιοχτύπικαὶ οἱ φλογισμένοι στεναγμοί της θἆναι. Ένας βοσκός ξυπνά και βλέπει τα πρόβατα ψηλά στον αέρα.
Γεροβοσκός, ὁποῦ κοιμώτουν ’ς ἕνακοντὰ στὸ περιγιάλι ἔρμο λαγκάδι,ξυπνῶντας, εἶδε ὡραῖα πράματα ξένα,ποῦ δὲν εἶχαν φανῇ κἀνένα βράδυ.Ψηλὰ τὰ πρόβατά του ἦταν στημένα,μὲ τὰ σκυλλιὰ ποῦ ἐφύλααν τὸ κοπάδι,καὶ ἀκούαν ἐκεῖθε, ὁλόγυρτα στὴ Δύση,τοὺς ἤχους, ποῦ καὶ αὐτόνε εἶχαν ξυπνήσῃ. Οι φήμες είναι όλες λάθος, λέει ο ψαράς της Κορίνθου.
Μὲ θλίβει κοσμοαγάπητε, ποῦ τῆς καρδιᾶς σου ὁ πόθοςποτὲ δὲ θέλει ξακουστῇ. Μέραις πολλαὶς δὲν εἶναιποῦ ἐγώ, μὲ τὸν ἀχάριστο συνομιλῶντας, εἶδαὀπὤχει ἀκλόνητη βουλὴ πάντα νὰ μείνῃ, πάνταἐκεῖ ποῦ τώρα βρίσκεται στὰ πλούτη βυθισμένος.Ἂς ψάλλουν ἄλλοι πῶς αὐτός, νέα κέρδη ἀναζητῶντας,ἀφίνει ἀκόμα ἐλεύθερο τῆς δόξας του τὸ ρέμανὰ τὸν ἁρπάζῃ ἐδῶ κ’ ἐκεῖ· πῶς, ὅπου πάει, μαγεύεικαὶ σέρνει μὲ τὸ λάλημα τριγύρω του Κυράδες,ποῦ, ἁρμονικὰ χορεύοντας, γι’ ἀνταμοιβὴ στὰ πόδιαπλῆθος κοράλλια τοῦ πετοῦν, μαργαριτάρια πλῆθος.Μῦθοι, τὸ βλέπεις, εἶν’ αὐτοί· μόνον ὡς βέβαιο νἄχῃςὁπῶς ἡ Κόρινθο ποτέ, κατὰ ποῦ θρέφει ἐλπίδα,τραγοῦδι ἀπὸ τὰ χείλη του δὲ θέλει ξανακούσῃ. Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
Ο ποιητής Αρίονας ρίχνεται στη θάλασσα από πειρατές και τραγουδά για να σώσει τη ζωή του — ένα ελληνικό ρομάντζο για τη μουσική, τη σωτηρία κι έναν έρωτα που κάνει το φαρμάκι μέλι.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.