BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ιλιάδα»

Σελίδες από το «Ιλιάδα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Μια γυναίκα λέει στον άντρα της πως προτιμά να πεθάνει παρά να μείνει πίσω.

Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί τουμε θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχηήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου,» τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα» που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ;» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.» Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Ο Πρίαμος γονατίζει μπροστά στον φονιά του γιου του· ο Αχιλλέας τον σηκώνει.

Είπε, και πόθο τ’ άναψε τον γέρο του να κλάψει,κι’ έσπρωξε αγάλια πιάνοντας τον Πρίαμο απ’ το χέρι.Και σα θυμήθηκαν κι’ οι δυο, ο ένας τους το γυιό τουθρηνούσε, στ’ Αχιλλέα ομπρός τα πόδια ’να κουβάρι,πικρά κι’ ο άλλος έκλαιγε τον γέρο του, ή και πάλιτο βλάμη του, κι’ οι στεναγμοί παντού τριγύρω αχούσαν.Μα πια το κλάμα ο θεϊκός σαν χόρτασε Αχιλλέας,τότες σηκώθη οχ το θρονί, και σήκωσε απ’ το χέριτον γέρο —τ’ άσπρα του μαλλιά πονώντας, τ’ άσπρα γένια—και με φωνή ήμερη τού λέει δυο φτερωμένα λόγια« Α δόλιε, ναι πολλά η ψυχή σού᾽πιε πικρά φαρμάκια !» Πώς, πες μου, βάσταξες εδώ να᾽ρθείς στα πλοία μόνος» μπροστά σ’ εκείνον που σωρό πολύτιμα παιδιά σου» σού᾽χει σφαγμένα ; Σίδερο πρέπει η καρδιά σου νά᾽ναι.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Ξέρει πως θα χαθεί, αλλά δεν μπορεί να μείνει σπίτι.

Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διό λόγια« Γυναίκα, ναι κι’ εγώ όλα αφτά στο νου μου τ’ αναδέβω·» όμως ντροπή απ’ τις Τρώϊσσες, ντροπή ’ναι ομπρός στους Τρώες» να σέρνουμαι έτσι σαν κιοτής αλάργα απ’ τους πολέμους...» μήτε το θέλει μου η καρδιά! τι πάντα παλικάρι» έμαθα νάμαι και μπροστά στις κονταριές να τρέχω,» μ’ απόφαση το γονικό να διαφεντέψω θρόνο.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Η Ανδρομάχη ακούει τις κραυγές και της πέφτει η βελόνα.

Μα άξαφνα ακούει ξεφωνητά οχ το τειχί και κλάψες,και της λυγούν τα γόνατα, πέφτει η βελόνα χάμου.Κι’ αμέσως φώναξε ξανά στις λυγερές της σκλάβες« Γλήγορα, ελάτε διο μαζί, να δω γιατί η αντάρα.» Κλάμα άκουσα της πεθεράς, κι’ εμένα μες στα στήθια» τρέμει ως στο στόμα μου η καρδιά και με παγώνει ο φόβος.» Κάπια θενάπεσε στους γιους του βασιλιά φουρτούνα...» Μα, Δία, εμένα σώσε με από πικρά μαντάτα !»Έτσι είπε, κι’ όξω χύθηκε σαν παλαβή οχ το σπίτιμε σπλάχνα που της σπάραζαν, κι’ οι σκλάβες ακλουθούσαν.Κι’ ως στο πυργί σαν έφτασε κι’ ως στων αντρών τον κύκλο,ρήχνει τα μάτια ... στέκεται... και βλέπει ομπρός στη χώραπου κατά γης τον έσερναν και που γοργά τα ζώατόνε τραβούσαν ξέγνιαστα προς το καραβοστάσι.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Ο Αχιλλέας παραδέχεται πως ο θυμός του στοίχισε χιλιάδες ζωές.

Έτσι όλοι αφού μαζέφτηκαν οι παινεμένοι Αργίτες,τότες σηκώθη ο ξακουστός γιος του Πηλέα κι’ είπε« Τ’ Ατρέα γιε, τι βγάλαμε με τους θυμούς μας τάχα—» κι’ εσύ κι’ εγώ —όταν πιάσαμε καρδολυσσάχτρα αμάχη» νά! για μιά τσούπα, και το νου μας τύφλωσε το πάθος;» Κάλια ας την είχε η Άρτεμη θερίσει στο καράβι» τη μέρα όταν την πήρα εγώ πατώντας το καστρί της!» Τότε έτσι από κοντάρια οχτρών τόσοι Αχαιοί και τόσοι» μ’ αίμας τη γης δε θάβαφαν, σα μ’ έπιασε το πείσμα.» Λες θέλαμε καλό να δουν οι Τρώες· μα οι δικοί μας» καιρό θαρρώ το πάθος μας θα λεν και ξαναλένε.» Μα έγιναν πια, ας τ’ αφίσουμε και μ’ όλη μας τη λύπη,» θέμε δε θέμε την καρδιά σωπώντας μες στα στήθια.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Μια γυναίκα λιποθυμά μπροστά στο σώμα του άντρα της και συνέρχεται για να θρηνήσει.

Νύχτα τα μάτια σκοτεινή της σκέπασε, και πίσωσωριάστηκε, μες στο λαιμό τής πιάστηκε η ανάσα,κι’ έρηξε αλάργα τη λαμπρή δεσιά οχ την κεφαλή της—στεφάνι και χρυσόχτενο κι’ ωριοπλεμένο δίχτυ—κεφαλοδέτη πούλαβε απ’ τη χρυσή Αφροδίτη,τη μέρα νύφη ο Έχτορας π’ από του Αητιού τον πύργοτην πήρε αφού της χάρισε μύρια στολίδια πλούσια.Κι’ έτρεξαν γύρω ένα σωρό κουνιές και συνυφάδες,και την κρατούσαν που κοντά ναν τη σκοτώσει ο πόνος.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Τι λέει ένας αδερφός όταν φοβάται πως οι θεοί δεν ακούν πια.

Τότες βαριά στενάζοντας τους είπε ο Αγαμέμνος,ο δοξασμένος βασιλιάς, κρατώντας απ’ το χέριτον αδερφό του, ενώ μαζί βογγούσανε οι συντρόφοι« Άχ αδερφέ μου, ορκίστηκα λοιπόν το θάνατό σου» που μόνο σ’ έστησα μπροστά για μας να πολεμήσεις,» και να οι οχτροί σε λάβωσαν και πάτησαν τους όρκους.» Μα άχρηστοι οι όρκοι έτσι δεν παν και των αρνιών το αίμα,» κι’ οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος.» Γιατί κι’ αν δεν παιδέψει εφτύς ο Δίας, μα παιδέβει» ύστερα αργά, και με βαριές ζημιές ξεπαγαδιάζουν,» με τις δικές τους κεφαλές, τα γυναικόπαιδά τους.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Οι φλόγες πλησιάζουν τα καράβια και ο Αχιλλέας στέλνει τον Πάτροκλο.

Τότε έτσι ο Αίας κώλωσε οχ τα κοντάρια πίσω,κι’ εκείνοι ακούραστη φωτιά στο σπαθωτό καθίζουνσκαφί· και φλόγα απάνου εφτύς τού χύθηκε ρημάχτρα.Σαν έτσι τότρωγε η φωτιά. Και τότε ο Αχιλλέαςχτυπάει τα διο του γόνατα και κράζει του Πατρόκλου« Πάτροκλε, ομπρός, θεόσπαρτε, γενναίε αμαξομάχε,» νά ! βλέπω γλώσσα ανήμερη φωτιάς κοντά στα πλοία.» Τρέχα, μην πια τα κάψουνε και γλυτωμό δεν έχει.» Οπλίσου, μην αργείς, κι’ εγώ τους άντρες παρατάζω.»Είπε, κι’ αφτός οπλίστηκε το θαμπωτή χαλκό του.Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια,πανώρια, πούταν μ’ αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα.Έπειτα πήρε φόρεσε στο στήθος τα τσαπράζα,αστρένια παρδαλόμορφα, του φτερωτού Αχιλλέα.
— Ιλιάδα, Αλέξανδρος Πάλλης (1904)

Ιλιάδα

Αλέξανδρος Πάλλης, 1904

Μια ριζοσπαστική απόδοση του 1904, που βάζει τον Όμηρο να μιλάει τη γλώσσα του ψαρά και του καραβοκύρη. Άκου τη θαλασσινή αλμύρα στα λόγια του.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.