Ιλιάδα
Όμηρος, -750
Πόλεμος δέκα χρόνια, κι η νίκη δεν έρχεται. Ο καβγάς, οι απώλειες και δύο αδύνατες επιλογές κρατούν τους ανθρώπους στη μάχη.
Σελίδες από το «Ιλιάδα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Δύο άντρες συναντιούνται ανάμεσα στα στρατεύματα κι ο ένας απαντά με φύλλα.
«Τὴν γενεάν μου τί ἐρωτᾶς, ἀτρόμητε Τυδείδη;Καὶ τῶν θνητῶν ἡ γενεὰ τῶν φύλλων ὁμοιάζει·τῶν φύλλων ἄλλα ὁ ἄνεμος χαμαὶ σκορπᾶ καὶ ἄλλαφυτρώνουν, ὡς ἡ ἄνοιξη τὰ δένδρ’ ἀναχλωραίνει·καὶ τῶν θνητῶν μιὰ γενεὰ φυτρώνει καὶ ἄλλη παύει. Ένας άντρας που έχασε τον γιο του κάθεται να παρηγορήσει εκείνον που τον σκότωσε.
Ἀλλ’ ἔλα τώρα κάθισε, καί, ἂν καὶ λυπημένοι,τοὺς πόνους τώρ’ ἂς κλείσωμεν στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας·καὶ τίποτε δὲν ὠφελοῦν τὰ μαῦρα κλάυματά μας˙ὅτι στοὺς ἄμοιρους θνητοὺς οἱ ἀθάνατοι δωρῆσαννὰ ζοῦν στὸν πόνον καὶ ἄλυποι μόνον ἐκεῖνοι μένουν.῞Οτι ἀπ’ ὅσα δίδει ὁ Ζεὺς πιθάρια δυὸ σιμά τουἔχει, τὸ ἕνα τῶν κακῶν, τῶν ἀγαθῶν τὸ ἄλλο.Καὶ σ’ ὅποιον δώσει ἀνάμικτα ὁ βροντητὴς Κρονίδης,ἐκεῖνος πότ’ ἔχει κακές, πότε ἀγαθὲς ἡμέρες,καὶ σ’ ὅποιον μόνον τὰ πικρά, τὸν κάμνει μαῦρον κι ἔρμονκαὶ στ’ ἅγιο πρόσωπο τῆς γῆς φρικτὴ τὸν σέρνει ἀνάγκηκαὶ ἀτίμητος ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους παραδέρνει. Η μέρα που ένα παιδί μένει ορφανό, μαθαίνει να ζητιανεύει σε ξένα τραπέζια.
Πάντερμο κάνει τὸ παιδὶ τῆς ὀρφανιᾶς ἡ μέρα·κορμὶ γέρνει καὶ πρόσωπο μὲ μάτια δακρυσμένα.Τὸν φέρν’ ἡ χρεία ν’ ἀνεβῆ στοὺς φίλους τοῦ πατρός του,τραβᾶ τοῦ ἑνὸς τὸ φόρεμα, τοῦ ἄλλου τὸν χιτώνα·καὶ ἂν κάποιος τὸν ψυχοπονῆ, καυκὶ μικρὸ τοῦ δίδει,δροσιὰ στὰ χείλη καὶ ποτὲ στὴν ἄκρην τ’ οὐρανίσκουΚαὶ κάποτε κτυπώντας τον ἀγόρι εὐτυχισμένοτὸν διώχνει ἀπὸ τὴν τράπεζαν, σκληρὰ τὸν ὀνειδίζει:«Γκρεμίσου, καὶ ὁ πατέρας σου στὸν δεῖπνον μας δὲν εἶναι». Τα άλογα του Αχιλλέα κλαίνε.
Καὶ ὅσο καὶ ἂν ἵδρωνε ὁ καλὸς Διωρείδης Αὐτομέδωνκαὶ μὲ τὴν σφοδρὰν μάστιγα στὰ νῶτα νὰ τοὺς πλήττηκαὶ νὰ τοὺς κραίνη μαλακὰ καὶ νὰ τοὺς φοβερίζη,μήτε στὲς πρύμνες νὰ στραφοῦν, στὴν ἄκραν τοῦ Ἑλλησπόντου,μήτε κατὰ τὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν νὰ γύρουνἤθελαν, καὶ ὡς ἀσάλευτη στέκεται στήλη ἐπάνωστὸ μνῆμ’ ἀνδρὸς ἢ γυναικός, ἀκλόνητοι κι ἐκεῖνοιἐμέναν, στὸ πανεύμορφον ἁμάξι τους ζεμένοι,μὲ τὰ κεφάλια στηρικτὰ στὴν γῆν˙ καὶ πυρωμέναἐχύναν δάκρυα ποὺ ὁ καλὸς τοὺς λείπει κυβερνήτης. Θα μπορούσε να πάρει βόδια, άλογα, τρίποδες — όχι όμως εκείνο που μετράει.
Ἀλλ’ ἡ ψυχή μας λάφυρο δὲν γίνεται, οὔτε κτῆμα,ἀφοῦ περάση μιὰ φορὰ τὸ φράγμα τῶν ὀδόντων.Καὶ ὡς λέγ’ ἡ Θέτις ἡ θεὰ μητέρα μου, δυὸ μοῖρεςἐμὲ φέρουν διάφορες στὸ τέλος τοῦ θανάτου.Ἂν μείνω ἐδῶ νὰ πολεμῶ τὴν πόλιν τοῦ Πριάμουἡ ἐπιστροφή μου ἐχάθηκεν, ἀλλ’ ἄφθαρτη θὰ μείνηἡ δόξα μου· στὴν ποθητὴν πατρίδα μου ἂν γυρίσω,μοῦ ἐχάθ’ ἡ δόξα, ἀλλ’ ἔπειτα πολλὲς θὰ ζήσω ἡμέρες,καὶ δὲν θὰ μ’ ἔβρη γρήγορα τὸ τέλος τοῦ θανάτου. Τι χαράζει ένας θεός σ' έναν θυρεό όταν κανείς δεν του ζήτησε να τον κάνει όμορφο.
Κι ἔπλασε,πρῷτα δυνατὴν ἀσπίδα καὶ μεγάληνὅλην μὲ τέχνην καὶ τριπλὸν λαμπρὸν τριγύρω κύκλον˙μὲ πέντε δίπλες ἔγινεν ἡ ἀσπίδα καὶ σ’ ἐκείνηνλογιῶν εἰκόνες ἔπλαθε μὲ τὴν σοφὴν του γνῶσιν.Τὴν γῆν αὐτοῦ, τὸν οὐρανὸν, τὴν θάλασσαν μορφώνειτὸν ἥλιον τὸν ἀκούραστον, γεμάτο τὸ φεγγάρι,τ’ ἀστέρια ὁποὺ τὸν οὐρανὸν ὁλοῦθε στεφανώνουν,τὴν δύναμιν τοῦ ᾽Ωρίωνος, ῾Υάδες, Πληιάδεςτὴν Ἄρκτον, ποὺ καὶ Ἅμαξαν καλοῦν, καὶ αὐτοῦ γυρίζειπάντοτε, τὸν ᾽Ωρίωνα ἀσάλευτα τηρώντας.Ἡ μόνη ποὺ τ’ ᾽Ωκεανοῦ τὸ λοῦσμα δὲν γνωρίζει. Ένας γέρος βασιλιάς λέει πως δεν τον φοβίζει ο θάνατος — τον φοβίζει ποιος θα βρει το σώμα.
Κι ἔπειτα ἐμὲ τὸν δύστυχον, πόχω τὸν νοῦν μου ἀκόμη,λυπήσου, ποὺ κακόμοιρο στὰ γερατειά μου τέλοςθὰ δώση ὁ Δίας, ἀφοῦ ἰδῶ κάθε κακὸν ἐμπρός μου,τ’ ἀγόρια μου νὰ σφάζωνται, τὲς κόρες μου νὰ σέρνουν,νὰ μᾶς πατοῦνται οἱ θάλαμοι καὶ στὸν φρικτὸν ἀγώνανὰ σκᾶν τὰ βρέφη καταγῆς, καὶ νὰ τραβοῦν τὰ χέριατῶν Ἀχαιῶν τὰ βδελυρὰ τὲς ἄμοιρες νυφάδες.Κι ἐμὲ τὸν ἴδιον ὕστερον στὰ πρόθυρά μου οἱ σκύλοιοἱ ὠμοφάγοι θὰ τραβοῦν, ἀφοῦ μ’ ἀκόντ’ ἢ λόγχηνκάποιος ἀπὸ τὰ μέλη μου πετάξη τὴν ψυχήν μου. Η λογική ενός πολεμιστή για να μπει στη μάχη: όπως και να ’χει, οι πιθανότητες είναι κακές.
Ἄν, ἀκριβέ μου, φεύγοντας ἀπ’ τὸν ἀγώνα τοῦτονἀθάνατοι θὰ ἐμέναμε καὶ ἀγέραστοι κατόπιν,τότε οὐδ’ ἐγὼ θὰ ἔβγαινα νὰ προμαχῶ καὶ σέναδὲν θά ᾽στελνα στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζονται ἄνδρες,ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι οἱ θάνατοι πολλοὶ καὶ νὰ τοὺς φύγηκανεὶς δὲν δύναται θνητός, ἂς πᾶμε καὶ στὴν μάχηνἄλλοι μ’ ἐμᾶς θὰ καυχηθοῦν ἢ ἐμεῖς θὰ καυχηθοῦμε». Ο θεός του ύπνου φοβάται τόσο έναν θεό, που δεν παρασύρεται με κολακείες.
Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν εὐθὺς ὁ γλυκὺς ῞Υπνος:«῏Ω ῞Ηρα, σεβαστὴ θεά, τοῦ ὑψίστου Κρόνου κόρη,εὐκόλως ἄλλον τῶν θεῶν, ἀφθάρτων αἰωνίωνν’ ἀποκοιμήσω δύναμαι, τὰ ρεύματα καὶ ἂν θέληςτοῦ ποταμοῦ Ὠκεανοῦ, ποὺ ἐγίνη ἀρχὴ τῶν ὅλων.Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπλησίαζα πρὸς τὸν Κρονίδην Δία,οὐδὲ θὰ τὸν ἐκοίμιζα χωρὶς τὴν προσταγήν του. Όμηρος, -750
Πόλεμος δέκα χρόνια, κι η νίκη δεν έρχεται. Ο καβγάς, οι απώλειες και δύο αδύνατες επιλογές κρατούν τους ανθρώπους στη μάχη.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.