Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Ευριπίδης, -405
Στην Αυλίδα, ένας ακινητοποιημένος ελληνικός στόλος μετατρέπει την αγωνία μιας οικογένειας σε δημόσια εντολή και φέρνει όλους μπροστά στο τίμημα του καθήκοντος.
Σελίδες από το «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Μια ικεσία για ζωή γυρίζει στις πρώτες λέξεις μιας οικογένειας.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ω πάτερ μου, εάν είχον την δύναμιν της φωνής του Ορφέως, ώστε ψάλλουσα να πείθω τας πέτρας να με υπακούουν και διά των λόγων μου να γοητεύω τους ανθρώπους, θα το έπραττον και κατά την στιγμήν αυτήν. Αλλά, αφού τοιαύτην δύναμιν δεν έχω, τα δάκρυα μου λάβε καν, τα μόνα τα οποία να σοι δώσω δύναμαι. Αντί ικετηρίου κλάδου ελαίας ρίπτω εις τα γόνατά σου το σώμα μου αυτό, το οποίον αυτή εδώ σοι εγέννησε, και σε ικευτεύω, μη με θανατώσης τόσον νέαν. Είναι τόσον γλυκύ το φως της ζωής ! Ω, μη με στείλης να βλέπω τα υπό την γην. Πρώτη εγώ σε απεκάλεσα πατέρα και συ πρώτην εμέ κόρην σου. Δεν ενθυμείσαι ότι πρώτη εγώ καθήμενη εις τα γόνατα σου σ’ εφίλουν και σ’ εθώπευα ως και συ εμέ ; Όταν το μέλλον φοβίζει, ένα γνώριμο βλέμμα γίνεται κάτι που παίρνεις μαζί σου.
Ω, μα τον Πέλοπα, μα τον Ατρέα τον πατέρα σου και μα την μητέρα μου αυτήν, η οποία πρώτον πόνον δι’ εμέ ησθάνθη όταν μ’ εγέννα και δεύτερον τούτον σήμερον ότε με χάνει, ποίαν σχέσιν έχω εγώ με τον γάμον του Πάριδος και της Ελένης ; Διατί να χαθώ εγώ, πατέρα μου, δι’ αυτούς ; Κύτταξέ με με βλέμμα συμπαθές, φίλησέ με, να φέρω τουλάχιστον μαζή μου προς ενθύμησιν το βλέμμα και το φίλημά σου εκεί όπου θα υπάγω, εάν δεν εισακούσης την παράκλησίν μου. Ορέστη, αδελφέ μου, είσαι πολύ μικρός ώστε να βοηθήσης την αγαπητήν σου αδελφήν, αλλά κλαύσε και συ και παρακάλεσε τον πατέρα μας να μη θανατώση την αδελφήν σου. Τας συμφοράς αισθάνονται κάπως και τα νήπια. Ιδού, πατέρα μου, και αυτός ακόμη ο Ορέστης σε ικετεύει έστω και σιωπών. Λυπήσου με και φείσθητι της ζωής μου. Ο αποχαιρετισμός γίνεται τελετή που εκείνη αναλαμβάνει να οδηγήσει.
Σεις δε, νεανίδες, υμνήσατε την Άρτεμιν, την κόρην του Διός, τελούμενης της θυσίας μου, ίν’ ακούση τον ύμνον σας όλον το ελληνικόν στρατόπεδον εις ευτυχίαν του. Ας φέρουν τα ιερά κάνιστρα, ας ρίψουν εις το πυρ της θυσίας τον καθαρτήριον σίτον, ίν’ αναδώση την φλόγα ο βωμός, ο δε πατήρ μου ας επιθέση την δεξιάν του χείρα επί του βωμού. Έρχομαι να δώσω σωτηρίαν και νίκην εις τους Έλληνας. Φέρετε με, την πορθητήν του Ιλίου και της Τροίας, εις τον βωμόν. Δόσατέ μου στεφάνους ανθέων να στέψω την κόμην μου, όπως ούτως εστεμμένη ραντισθή διά του ύδατος της θυσίας. Χορεύσατε κύκλω του βωμού και του ναού υμνούσα την μακαρίαν άνασσαν θεάν Αρτέμισα, της οποίας την θείαν προσταγήν διά του αίματος και της θυσίας μου θα εκτελέσω. Ω μήτερ μου, μήτερ σεβαστή, τα δάκρυα μου χύνω από τούδε διά σε, διότι κατά την ώραν της θυσίας δεν επιτρέπονται δάκρυα. Όταν ο βασιλιάς δεν επιτρέπεται να κλάψει.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Οίμοι! Τι να είπω τώρα ο ταλαίπωρος ; Πόθεν ν’αρχίσω ; Ω, εις ποία μαύρα βάραθρα έπεσα! θεός δυσμενής, αλλά πολύ σοφώτερος, όλα τα σχέδια μου κατεσύντριψε. Πόσον προτιμότερον να γεννηθή τις εκ γένους ταπεινού ! Κλαίει ελευθέρως και ανακουφίζεται τουλάχιστον εκφράζων ό,τι αισθάνεται. Αλλ’ εις ημάς τους ευγενούς καταγωγής, ουδέν εκ τούτων επιτρέπεται. Επαιρόμεθα διά τον όγκον του γένους μας, ενώ ουδέν άλλο είμεθα ειμή δούλοι του άλλου. Ιδού τώρα εγώ ως βασιλεύς μεν εντρέπομαι να δακρύσω, ως πατήρ δ’ εντρέπομαι να μη δακρύσω υπό την θύελλαν αυτήν των συμφορών. Τι να είπω τώρα προς την μητέρα της, πώς να την δεχθώ ; Με ποίον βλέμμα θα την ατενίσω, αυτήν, ήτις απρόσκλητος ελθούσα εδώ συνεπλήρωσε την δυστυχίαν μου; Ένας αδελφός αρνείται να πληρώσει την ευτυχία του με ξένο πόνο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ Εις του Πέλοπος το όνομα ορκίζομαι, πατρός του πατρός μας, και εις του Ατρέως, όστις μας εγέννησεν, ότι σοι λέγω κατ’ ευθείαν απ’ αυτής της καρδίας μου αμιγές πάσης προσποιήσεως και προσθήκης ό,τι φρονώ και αισθάνομαι. Είδον εκ των οφθαλμών σου ρέοντα τα δάκρυα και εδάκρυσα και εγώ συγκινηθείς εξ οίκτου. Ανακαλώ, αδελφέ, όσους πρότερον σοι είπον λόγους και δεν θέλω ν’ αυξάνω τον πόνον σου. Συμμερίζομαι την θλίψιν και τας σκέψεις σου και σε προτρέπω να μη θανατώσης το τέκνον σου και να μη εξαγοράσης διά τοιαύτης θυσίας την ιδικήν μου ευτυχίαν. Διότι είναι άδικον συ μεν να στενάζης, εγώ δε να χαίρω, ν’ αποθνήσκωσιν οι του οίκου σου και οι ιδικοί μου ν’ απολαύωσι του φωτός της ζωής. Και τωόντι, τι λείπει εις εμέ; Εάν έχω πόθον συζύγου, μήπως δεν δύναμαι να λάβω άλλην ; Η υπόσχεση βοήθειας δοκιμάζει τι σημαίνει να μένεις ελεύθερος.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ Η γενναιόφρων ψυχή μου, ω βασίλισσα, ορμά συμπαθής προς την λύπην σου, διότι έμαθε να πονή εις τας συμφοράς των άλλων ως και να χαίρη εις τα ευτυχήματά των. Είναι συνετοί οι άνθρωποι οι γνωρίζοντες να διάγωσι τον βίον εν μέτρω ορθώ. Υπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ας η τελεία φρόνησις είναι δυσάρεστος, αλλά και άλλαι, κατά τας οποίας είναι αναγκαία. Εγώ δε ανατραφείς υπό του Χείρωνος, του ευσεβεστάτου των ανθρώπων, έμαθον να ήμαι ειλικρινής το ήθος και το αίσθημα. Διά τούτο τότε μόνον θα υπακούσω εις τους Ατρείδας, εάν διοικώσι καλώς. Και εδώ ως και εις την Τροίαν ελεύθερος μένων θα πολεμήσω γενναίως όσον εξαρτάται απ’ εμού. Σε δε, ήτις τόσον άλγος εκ των φιλτάτων σου υπέστης, θ’ ανακουφίσω περιβάλλων σε διά τις συμπαθείας μου, όση είναι δυνατή εις άνδρα νεαρόν ως εγώ. Και δεν θα σφαγή ποτέ υπό του πατρός της η κόρη σου, αφού άπαξ ωνομάσθη μνηστή μου. Ο πόθος μπορεί να χαρίζει χαρά χωρίς να παίρνει τον έλεγχο.
Ευδαίμονες όσοι απολαμβάνουσι μετά σωφροσύνης και μετριότητος της Αφροδίτης τα δώρα και εν ηρεμία ψυχής δέχονται το παράφορον πάθος, όπερ ο χρυσοκόμης Έρως εις την καρδίαν ακοντίζει τόξα τανύων διττά, τα μεν μακαρίας γλυκύτητος, τα δε πόνου ολεθρίου. Ω ωραία Κύπρις, απότρεψον τα δεύτερα ταύτα βέλη από των ιδικών μας θαλάμων. Μοι αρκεί να έχω μετρίαν καλλονήν, αγνούς όμως θέλω τους πόθους μου, και δεν ζητώ τον σφοδρόν αλλά τον μέτριον έρωτα. Η ευγνωμοσύνη δυσκολεύεται να βρει χώρο μέσα στο πένθος.
Ω, πως να σ’ επαινέσω τόσον, ώστε ούτε ως κόλακα αλλ’ ούτε πάλιν ως φειδωλήν εις την ευγνωμοσύνην μου να με θεωρήσης; Διότι οι χρηστοί άνθρωποι, όταν υπερμέτρως παρ’ άλλων επαινώνται, αποστρέφονται τους επαινούντας. Εντρέπομαι να σ’ ενοχλώ διά των στεναγμών του άλγους μου, πάσχουσα εγώ μόνη, σε, όστις δεν μετέχεις της ιδικής μου συμφοράς. Είναι όμως ίδιον ευγενούς ανδρός να βοηθή τους δυστυχούντας, έστω και αμέτοχος των παθημάτων των. Αχιλλεύ, λυπήσου μας, διότι αληθώς είμεθα άξιαι λύπης. Σε ωνειρεύθην γαμβρόν μου, και το γλυκύ μου τούτω όνειρον διελύθη οικτρώς. Εάν η κόρη μου θανατωθή, σκέφθητι ότι ο θάνατος της θα ήναι οιωνός απαίσιος διά τον μέλλοντα γάμον σου, και πρόλαβε το κακόν τούτο. Αλλά. τι λέγω; Συ το είπες ήδη, άριστα εκδηλώσας την απόφασίν σου απ’ αρχής μέχρι τέλους των λόγων σου. Η τιμή αλλάζει όψη όταν πρέπει να τη σηκώσεις.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Ψευδές κάλλος! Γλυκείαι είναι τωόντι μακρόθεν αι τιμαί, αλλ’ όταν πλησιάσουν, τότε αισθανόμεθα πόσον είναι αλγειναί. Διότι άλλοτε μεν η δυσμένεια των θεών, ματαιούσα τας ελπίδας μας, ανατρέπει την ευτυχίαν ημών, άλλοτε δε καταστρέφουσιν αυτήν αι ποικίλαι και δυσάρεστοι, γνώμαι των ανθρώπων. Μπορεί η αρετή να μένει ίδια σε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς;
Διάφοροι είναι οι χαρακτήρες και τα ήθη των ανθρώπων, μία όμως και απλή η αρετή. Εις απόκτησιν δε της αρετής φέρει ασφαλώς η υγιής ανατροφή και η εκπαίδευσις. Η αιδώς είναι της σοφίας γνώρισμα, αύτη δε έχει και την υπέροχον χάριν να φωτίζη τον νουν προς διάγνωσιν του καθήκοντος, του οποίου η εκπλήρωσις παρέχει αθάνατον κλέος. Είναι μέγα αγαθόν να θηρεύη την αρετήν η μεν γυνή φεύγουσα τον αθέμιτον έρωτα, ο δε ανήρ ασκών τας κοσμούσας αυτόν ποικίλας δυνάμεις, δι’ ων αι πόλεις κραταιούνται. Ευριπίδης, -405
Στην Αυλίδα, ένας ακινητοποιημένος ελληνικός στόλος μετατρέπει την αγωνία μιας οικογένειας σε δημόσια εντολή και φέρνει όλους μπροστά στο τίμημα του καθήκοντος.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.